Τι μπορώ να κάνω αν δεν έχω φιλοδοξίες, δεν έχω στόχους, δεν βλέπω κανένα νόημα σε τίποτα και απλά δεν θέλω τίποτα;
Δρ Δημητριος Ν. Γκέλης
Η εμπειρία του να μην έχει κανείς φιλοδοξίες, στόχους ή αίσθηση νοήματος αποτελεί μια βαθιά και συχνά ανησυχητική κατάσταση. Το «δεν θέλω τίποτα» δεν είναι απλώς αδιαφορία• είναι μια μορφή υπαρξιακής σιωπής, όπου η εσωτερική κατεύθυνση φαίνεται να έχει χαθεί. Αν και αυτή η εμπειρία μπορεί να εκληφθεί ως πρόβλημα προς άμεση επίλυση, αξίζει να αντιμετωπιστεί πρώτα ως φαινόμενο προς κατανόηση.

Από ψυχολογική σκοπιά, η απουσία κινήτρων συνδέεται συχνά με την αποδυνάμωση βασικών ψυχικών αναγκών. Η θεωρία της αυτοπροσδιοριζόμενης συμπεριφοράς υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι κινητοποιούνται όταν ικανοποιούνται τρεις θεμελιώδεις ανάγκες: η αυτονομία, η αίσθηση επάρκειας και η σύνδεση με άλλους [1]. Όταν αυτές οι ανάγκες παραμένουν ανεκπλήρωτες, το άτομο μπορεί να βιώσει αποσύνδεση από τον εαυτό του και τις επιθυμίες του, οδηγούμενο σε απάθεια ή αδράνεια.
Σε υπαρξιακό επίπεδο, η εμπειρία αυτή έχει περιγραφεί από στοχαστές όπως ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, Γαλλοαλγερινός πεζογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, φιλόσοφος και δημοσιογράφος,1905-1997), ο οποίος μίλησε για το «παράλογο» της ανθρώπινης ύπαρξης: την ένταση ανάμεσα στην ανάγκη μας για νόημα και στην αδιαφορία του κόσμου [2]. Από αυτή τη σκοπιά, η απουσία νοήματος δεν είναι απαραίτητα παθολογική• είναι μια ειλικρινής συνάντηση με την πραγματικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει νόημα, αλλά πώς τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυτή την απουσία.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η συμβολή του Βίκτορος Φρανκλ (Viktor Frankl, Αυστριακός νευρολόγος, ψυχίατρος και φιλόσοφος, 1905-1997), ο οποίος εισήγαγε την έννοια του «υπαρξιακού κενού», για να περιγράψει ακριβώς αυτή την κατάσταση εσωτερικής αδράνειας και απουσίας κατεύθυνσης [3]. Για τον Frankl, το βασικό ανθρώπινο κίνητρο δεν είναι η ευχαρίστηση ή η δύναμη, αλλά η αναζήτηση νοήματος. Όταν αυτή η αναζήτηση μπλοκάρεται, εμφανίζεται το κενό. Το νόημα, κατά τον ίδιο, δεν επινοείται αυθαίρετα, αλλά ανακαλύπτεται μέσα από τη ζωή: μέσα από πράξεις, σχέσεις και τη στάση απέναντι στον πόνο [3].
Παράλληλα, η ελληνική σκέψη και λογοτεχνία έχουν προσεγγίσει το ίδιο πρόβλημα με διαφορετικό, αλλά εξίσου βαθύ τρόπο. Ο Νίκος Καζαντζάκης αντιμετωπίζει την απουσία νοήματος όχι ως αδιέξοδο αλλά ως αφετηρία αγώνα. Στην Ασκητική, προτείνει μια σκληρή αλλά απελευθερωτική στάση: δεν υπάρχει δεδομένο νόημα — ο άνθρωπος καλείται να το δημιουργήσει μέσα από διαρκή υπέρβαση του εαυτού του [4]. Το περίφημο «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος» δεν εκφράζει παραίτηση, αλλά μια μορφή εσωτερικής ελευθερίας που προκύπτει, όταν πάψει κανείς να εξαρτάται από εξωτερικούς σκοπούς. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο ο Καζαντζάκης προσθέτει την κεντρική ηθική του προσταγή: «σώσε για να σωθείς». Δηλαδή, η προσωπική λύτρωση ή η έξοδος από το υπαρξιακό κενό δεν έρχεται μέσω μιας εγωκεντρικής αναζήτησης νοήματος, αλλά μέσα από την ανιδιοτελή πράξη αφύπνισης και προσφοράς προς τον άλλον. Το «δεν θέλω τίποτα» μετατρέπεται έτσι σε μια δυναμική εγρήγορση: δεν θέλω τίποτα για τον εαυτό μου, άρα μπορώ να δράσω για τον κόσμο. Η ίδια η πράξη της διάσωσης —είτε ενός ανθρώπου, είτε μιας αλήθειας, είτε μιας σπίθας ομορφιάς— είναι αυτή που τελικά σώζει και τον ίδιο τον δρώντα από την ατονία και το κενό.
Αντίθετα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης προσφέρει μια πιο ήσυχη και ταπεινή προοπτική. Στο έργο του, το νόημα δεν βρίσκεται σε μεγάλους στόχους ή φιλοδοξίες, αλλά στην απλότητα, στην καθημερινότητα, στην πίστη και στη συμπόνια [5]. Οι χαρακτήρες του συχνά ζουν χωρίς «φιλοδοξίες» με τη σύγχρονη έννοια, αλλά βρίσκουν νόημα μέσα από μικρές πράξεις αγάπης, θυσίας και σχέσης. Εδώ, το «δεν θέλω πολλά» δεν είναι κενό, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος ύπαρξης.
Αυτή η στάση συνδέεται βαθιά με την παράδοση τη διδασκαλία της Ορθόδοξης εκκλησίας. Στην ορθόδοξη πνευματικότητα, η απουσία επιθυμιών δεν θεωρείται απαραίτητα αρνητική. Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί ένδειξη αποδέσμευσης από τα πάθη — υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από εσωτερική εγρήγορση και αγάπη [6]. Η έννοια της «ακηδίας» (πνευματική αδιαφορία) μοιάζει εξωτερικά με αυτό που περιγράφεται ως απάθεια, αλλά διαφέρει ουσιαστικά: είναι μια κατάσταση εσωτερικής ατονίας που απομακρύνει τον άνθρωπο από τη σχέση με τον Θεό και τους άλλους [6].
Η ορθόδοξη πρόταση δεν είναι η επιβολή στόχων, αλλά η καλλιέργεια σχέσης — με τον Θεό, με τους άλλους, με τον εαυτό. Μέσα από πρακτικές όπως η προσευχή, η ταπείνωση και η κοινότητα, το νόημα δεν «κατασκευάζεται», αλλά βιώνεται ως σχέση. Σε αυτό το πλαίσιο, το «δεν θέλω τίποτα» μπορεί να μετασχηματιστεί από κενό σε ησυχία — όχι ως απουσία ζωής, αλλά ως διαφορετικός τρόπος παρουσίας.
Παράλληλα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η απουσία επιθυμίας μπορεί να έχει και ψυχοπαθολογικές διαστάσεις. Η ανηδονία, βασικό σύμπτωμα της κατάθλιψης και άλλων ψυχικών διαταραχών, χαρακτηρίζεται από απώλεια ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης [7]. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η υπαρξιακή ή πνευματική προσέγγιση δεν επαρκεί από μόνη της• απαιτείται επαγγελματική ψυχιατρική υποστήριξη.
Επιπλέον, το κοινωνικό πλαίσιο παίζει καθοριστικό ρόλο. Η σύγχρονη νοοτροπία της συνεχούς επίδοσης και αυτοβελτίωσης συχνά οδηγεί σε εξουθένωση (burnout), η οποία εκδηλώνεται με αίσθημα ματαιότητας και απώλεια κινήτρων [8]. Το «δεν θέλω τίποτα» μπορεί έτσι να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε υπερβολικές απαιτήσεις.
Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του Joseph Murphy (Ιρλανδο-Αμερικανός συγγραφέας 1898-1981) προσφέρει μια ξεχωριστή, πρακτική διάσταση που λειτουργεί συμπληρωματικά προς αυτές τις βαθύτερες αναλύσεις. Εμβαθύνοντας στο πεδίο της ψυχολογίας της αυτοβελτίωσης, ο Murphy υποστηρίζει ότι η ρίζα των συνηθειών, των πεποιθήσεων και, τελικά, της ίδιας της μοίρας μας βρίσκεται στο υποσυνείδητο. Στο κλασικό του έργο, Η δύναμη του υποσυνείδητου, παρουσιάζει απλές, αλλά ισχυρές τεχνικές, όπως η αυθυποβολή και η νοερή απεικόνιση (visualization), οι οποίες μπορούν να «επαναπρογραμματίσουν» τα αρνητικά μοτίβα σκέψης [10]. Για κάποιον που νιώθει εγκλωβισμένος στο «δεν θέλω τίποτα», αυτή η προσέγγιση προσφέρει μια πρακτική αφετηρία: δεν χρειάζεται να ανακαλύψει αμέσως ένα βαθύ υπαρξιακό νόημα, αλλά να αρχίσει να δουλεύει με τις σκέψεις του. Μέσα από επαναλαμβανόμενες θετικές νοητικές ασκήσεις, η εσωτερική ομιλία μπορεί να αλλάξει και, με τον καιρό, να οδηγήσει σε νέες επιθυμίες και μια πιο δημιουργική στάση ζωής [10].
Τι μπορεί να κάνει λοιπόν κανείς σε αυτή την κατάσταση;
Πρώτα απ’ όλα, να αποδεχτεί την εμπειρία χωρίς άμεση προσπάθεια αλλαγής. Η αποδοχή δεν είναι παραίτηση, αλλά προϋπόθεση κατανόησης.
Έπειτα, να στραφεί σε μικρές, συγκεκριμένες πράξεις. Όχι με στόχο την επιτυχία, αλλά την επαφή με την εμπειρία.
Επίσης, να εξετάσει αν οι προηγούμενοι στόχοι ήταν αυθεντικοί ή απλώς εσωτερικευμένες προσδοκίες [9].
Και τέλος, να παραμείνει ανοιχτός σε διαφορετικούς δρόμους νοήματος: είτε μέσα από την υπαρξιακή δημιουργία (Frankl, Καζαντζάκης), είτε μέσα από την απλότητα και τη σχέση (Παπαδιαμάντης, Ορθοδοξία), είτε μέσα από την πρακτική εργασία επί των σκέψεων (Murphy). Δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση — αλλά υπάρχουν τρόποι να συνεχίσει κανείς να ζει χωρίς να χρειάζεται να έχει όλες τις απαντήσεις.
Συνοψίζοντας, η απουσία φιλοδοξιών και νοήματος δεν είναι απλώς έλλειμμα• είναι μια σύνθετη εμπειρία που αγγίζει την ψυχολογία, τη φιλοσοφία και την πνευματικότητα. Μπορεί να είναι κρίση, αλλά και αρχή — όχι για να «βρεθεί» ένα τελικό νόημα, αλλά για να διαμορφωθεί μια πιο αυθεντική σχέση με τη ζωή.
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
- Deci EL, Ryan RM. Self-determination theory: A macrotheory of human motivation. Psychol Inq. 2008;19(3):182–185.
- Camus A. Ο μύθος του Σισύφου. Μετάφραση: Γ. Χρηστίδης. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη; 2013.
- Frankl VE. Αναζητώντας νόημα ζωής. Μετάφραση: Κ. Αθανασίου. Αθήνα: Εκδόσεις Ψυχογιός; 2010.
- Kazantzakis N. Ασκητική. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη; 2007.
- Papadiamantis A. Άπαντα, τόμ. Α΄–Δ΄. Επιμέλεια: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Δόμος; 1981–1988.
- Ware K. Ο ορθόδοξος δρόμος. Μετάφραση: Μ. Καρασαρίνης. Αθήνα: Εκδόσεις Ακρίτας; 1996.
- American Psychiatric Association. DSM-5: Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών. Μετάφραση: Ι. Μανιαδάκης κ.ά. Αθήνα: Εκδόσεις ΒΗΤΑ Medical; 2015.
- Maslach C, Leiter MP. Understanding the burnout experience: recent research and its implications for psychiatry. World Psychiatry. 2016;15(2):103–111.
- Rogers CR. Το να γίνεται κανείς πρόσωπο. Μετάφραση: Μ. Παπαδάκη. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη; 2006.
- Murphy J. Η δύναμη του υποσυνείδητου. Αναθεωρημένη έκδοση. Μετάφραση: Νοέλα Ελιασά. Αθήνα: Εκδόσεις Διόπτρα; 2023. (ISBN: 978-618-220-578-5)
Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης