Ο ευεργετημένος πρέπει να θυμάται το καλό που του έκαναν, ο ευεργέτης όμως καθόλου
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
Η σχέση ανάμεσα στον ευεργέτη και στον ευεργετημένο αποτελεί μία από τις βαθύτερες ηθικές δοκιμασίες της ανθρώπινης συμβίωσης. Η φράση «ο ευεργετημένος πρέπει να θυμάται το καλό που του έκαναν, ο ευεργέτης όμως καθόλου» συμπυκνώνει μια ολόκληρη ηθική φιλοσοφία: Η μνήμη της ευγνωμοσύνης θεμελιώνει την κοινωνική συνοχή, ενώ η λήθη της προσφοράς προστατεύει την ταπεινότητα και την ανιδιοτέλεια. Η ιδέα αυτή διατρέχει την αρχαιοελληνική γραμματεία, τη νεοελληνική σκέψη και κορυφώνεται στη χριστιανική διδασκαλία του Ευαγγελίου.

Στην αρχαιοελληνική ηθική, η ευεργεσία θεωρείται πράξη αρετής και κοινωνικού δεσμού. Ο Αριστοτέλης τονίζει ότι η φιλία και η δικαιοσύνη συντηρούνται μέσω της ανταπόδοσης του καλού, διότι ο άνθρωπος είναι «πολιτικόν ζῷον» και ζει μέσα σε σχέσεις αμοιβαιότητας [1]. Η ευγνωμοσύνη δεν είναι απλή ευγένεια, αλλά μορφή δικαιοσύνης. Η αχαριστία, αντίθετα, θεωρείται ηθικό ελάττωμα που διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό. Ο ευεργετημένος οφείλει να θυμάται, διότι η μνήμη του καλού καλλιεργεί την αρετή και διατηρεί τη συνείδηση της εξάρτησης από τους άλλους.
Ο Πλούταρχος επισημαίνει ότι η ευεργεσία πρέπει να προσφέρεται χωρίς επίδειξη και χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος [2]. Η συνεχής υπενθύμιση της προσφοράς μετατρέπει την ευεργεσία σε μορφή ηθικής κυριαρχίας. Έτσι, ο ευεργέτης που θυμάται και προβάλλει το καλό που έκανε, ακυρώνει την ίδια την ποιότητα της πράξης του. Η αρετή απαιτεί σιωπή και σεμνότητα.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Ισοκράτης συνδέει την ευεργεσία με την παιδεία του χαρακτήρα: Ο ενάρετος πολίτης προσφέρει επειδή αυτό είναι σύμφωνο με το ήθος του και όχι για κοινωνική αναγνώριση [3]. Η ευεργεσία τότε γίνεται στοιχείο πολιτισμού και όχι εργαλείο επιβολής.
Στη νεοελληνική λογοτεχνία, ο Παπαδιαμάντης προβάλλει έμπρακτα την ταπεινή αγάπη ως χριστιανική στάση ζωής. Οι ήρωές του βοηθούν σιωπηλά, συμπονούν τον φτωχό και τον αδύναμο, χωρίς να ζητούν ανταπόδοση ή δόξα. Η προσφορά παρουσιάζεται ως φυσική κίνηση της καρδιάς, σχεδόν αυτονόητη [4]. Η ευεργεσία δεν είναι ηρωισμός αλλά καθημερινή, αθόρυβη καλοσύνη.
Παρόμοια, ο Κόντογλου, εμπνεόμενος από την ορθόδοξη πνευματικότητα, τονίζει ότι η αληθινή αγάπη πρέπει να είναι κρυφή και ανυπόκριτη. Κάθε επίδειξη αλλοιώνει το πνευματικό της περιεχόμενο. Η ελεημοσύνη, γράφει, γίνεται ευάρεστη στον Θεό μόνο όταν γίνεται «για τον Χριστό» και όχι για τα μάτια των ανθρώπων [5]. Έτσι, η λήθη της προσωπικής προσφοράς αποτελεί πράξη ταπείνωσης και πνευματικής ελευθερίας.
Η κορύφωση αυτής της αντίληψης εντοπίζεται στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός διδάσκει: «μη γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» [6]. Η ελεημοσύνη οφείλει να είναι μυστική, απαλλαγμένη από την ανάγκη κοινωνικής επιβεβαίωσης. Παράλληλα, η ευγνωμοσύνη προβάλλεται ως ύψιστη αρετή, όπως φαίνεται στην παραβολή των δέκα λεπρών, όπου μόνο ένας επέστρεψε να ευχαριστήσει [7]. Έτσι, ο ευεργετημένος καλείται να θυμάται και να αναγνωρίζει το καλό, ενώ ο ευεργέτης να το λησμονεί, αφήνοντας την πράξη του να καρποφορήσει αθόρυβα.
Συνεπώς, η διπλή αυτή στάση – μνήμη από τη μία, λήθη από την άλλη – διαμορφώνει μια ισορροπία που προάγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η ευγνωμοσύνη γεννά δεσμούς, ενώ η ταπεινότητα προστατεύει από την έπαρση. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι θυμούνται όσα έλαβαν και ξεχνούν όσα έδωσαν είναι κοινωνία αλληλεγγύης και ήθους.
Τελικά, η ευεργεσία δεν είναι συναλλαγή αλλά προσφορά αγάπης. Ο ευεργετημένος οφείλει να τη διατηρεί στη μνήμη του ως ηθικό χρέος. Ο ευεργέτης να την αφήνει να σβήνει από τη δική του μνήμη, ώστε να παραμένει ελεύθερος από την έπαρση. Εκεί συναντώνται η αρχαιοελληνική αρετή, η νεοελληνική ψυχή και η χριστιανική αγάπη: Στο σιωπηλό καλό.
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
- Αριστοτέλης. Ἠθικὰ Νικομάχεια. Αθήνα: Κάκτος; 2004.
- Πλούταρχος. Ἠθικά – Περὶ εὐεργεσίας. Αθήνα: Ζήτρος; 2002.
- Ισοκράτης. Λόγοι. Αθήνα: Κάκτος; 1998.
- Παπαδιαμάντης Α. Άπαντα. Αθήνα: Δόμος; 1992.
- Κόντογλου Φ. Μυστικά άνθη. Αθήνα: Αστήρ; 1973.
- Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 6:3–4. Η Καινή Διαθήκη. Αθήνα: Αποστολική Διακονία; 2016.
- Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 17:12–19. Η Καινή Διαθήκη. Αθήνα: Αποστολική Διακονία; 2016.
Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης