Όταν σε αδικούν, κράτα σιωπή. Άσε τον χρόνο στο Θεό. Αυτός ξέρει καλύτερα πότε και πώς θα σε δικαιώσει!. Άγιος Παΐσιος
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
Αδικία είναι η κατάσταση ή πράξη κατά την οποία παραβιάζονται αρχές δικαιοσύνης, ισότητας ή ηθικής, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά ή η διανομή πόρων, δικαιωμάτων ή ευκαιριών να είναι άνιση, αμεροληπτική ή κακόβουλη. Βασικές μορφές της αδικίας είναι η ηθική αδικία, η νομική αδικία και η κοινωνική αδικία.

Η αδικία αποτελεί διαχρονικό βίωμα της ανθρώπινης ύπαρξης και ένα από τα βαθύτερα τραύματα της ηθικής συνείδησης. Από την αρχαιότητα έως σήμερα, ο άνθρωπος παλεύει με το ερώτημα αν πρέπει να αντιδρά ή να σιωπά όταν αδικείται.
Η ρήση «Όταν σε αδικούν, κράτα σιωπή. Άσε τον χρόνο στο Θεό» συνοψίζει μια στάση ζωής που δεν είναι παθητική, αλλά βαθιά μεταφυσική. Ήδη από τον Αναξίμανδρο, η αδικία νοείται ως διατάραξη της κοσμικής τάξης, η οποία αποκαθίσταται αναπόφευκτα μέσω της «θείας δικαιοσύνης», σύμφωνα με την οποία «διδόναι δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας» [«Να δίνουν δίκην (να λογοδοτούν δικαστικά ή ηθικά) και να τιμωρούνται ο ένας τον άλλον για την αδικία που διαπράττουν». [1, 27].

Η δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται από τον άνθρωπο, αλλά από την ίδια τη δομή του κόσμου. Αντίστοιχα, ο Πλάτων, στην Πολιτεία, υποστηρίζει ότι η αδικία διαφθείρει πρωτίστως εκείνον που την πράττει και όχι εκείνον που τη δέχεται, εισάγοντας την ιδέα ότι η ηθική δικαίωση υπερβαίνει την άμεση κοινωνική ανταπόδοση [2]. Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει ότι η αληθινή δικαιοσύνη συνδέεται με την αρετή και όχι με το πάθος της εκδίκησης [3].
Έτσι, η σιωπή δεν είναι αδυναμία αλλά συνειδητή αποδοχή της υπέρτερης τάξης. Στη χριστιανική θεολογία, η σιωπή απέναντι στην αδικία αποκτά σαφή σωτηριολογική διάσταση. Ο ίδιος ο Χριστός, «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει [Α΄ Πέτρου 2:23 (Κοινή Ελληνική της Καινής Διαθήκης]» («Όταν τον προσέβαλλαν, δεν ανταπέδιδε προσβολή, », αποτελεί το ύψιστο πρότυπο σιωπηλής υπομονής [4]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν τη στάση αυτή όχι ως παραίτηση, αλλά ως απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό «τὸν πανθ’ ὁρῶντα», τον Θεό που βλέπει τα πάντα και αποδίδει δικαιοσύνη εν καιρώ.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η αδικία, όταν υπομένεται με πραότητα, μετατρέπεται σε στεφάνι δόξας για τον άνθρωπο [5]. Παράλληλα, ο Μέγας Βασίλειος επισημαίνει ότι ο χρόνος λειτουργεί ως όργανο της θείας πρόνοιας, αποκαλύπτοντας την αλήθεια εκεί όπου η ανθρώπινη κρίση αποτυγχάνει [6].
Η έννοια της δικαιοσύνης που ενεργεί μέσα στον χρόνο εμφανίζεται έντονα και στην αρχαιοελληνική ηθική σκέψη μέσω του σχήματος ὕβρις →ἄτη → νέμεσις → τίσις. Η ὕβρις, δηλαδή η αλαζονική υπέρβαση του μέτρου, οδηγεί αναπόφευκτα στην ἄτη, την τύφλωση του νου, και στη νέμεση, την κοσμική ή θεία αγανάκτηση που επαναφέρει την τάξη. Τέλος, η τίσις αποτελεί τη συγκεκριμένη και αναπόφευκτη συνέπεια της άδικης πράξης, όχι εκδικητική αλλά αποκαταστατική, επιβεβαιώνοντας ότι καμία ύβρις δεν μένει χωρίς αντίκρισμα στον χρόνο [7,8]. Ο Ησίοδος και οι τραγικοί ποιητές παρουσιάζουν τη νέμεση και την τίσιν όχι ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως αναγκαία λειτουργία της κοσμικής δικαιοσύνης [8]. Εδώ συναντούμε εκ νέου τον «πανθ’ ὁρῶντα» νόμο του κόσμου, ο οποίος δεν χρειάζεται ανθρώπινη παρέμβαση. Η σιωπή του αδικημένου, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ανοχή της ύβρεως, αλλά αναμονή της αναπόφευκτης αποκατάστασης.
Η ίδια ιδέα απαντά και στη στωική φιλοσοφία. Ο Σενέκας υποστηρίζει ότι η υπομονή απέναντι στην αδικία αποτελεί ένδειξη σοφίας, καθώς ο χρόνος αποκαλύπτει τη ματαιότητα της κακίας [9]. Ο Μάρκος Αυρήλιος σημειώνει ότι τίποτα δεν ξεφεύγει από τον παγκόσμιο Λόγο, ο οποίος λειτουργεί ως αόρατος δικαστής των ανθρώπινων πράξεων [10]. Αν και οι Στωικοί δεν μιλούν για προσωπικό Θεό, αποδέχονται μια κοσμική δικαιοσύνη ανάλογη με εκείνη του Αναξίμανδρου, όπου η ύβρις δεν μένει ποτέ ατιμώρητη.
Στη νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη, η σιωπή απέναντι στην αδικία συνδέεται με την ηθική αυτονομία. Ο Ιμμάνουελ Καντ θεωρεί ότι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου έγκειται στη συνέπεια προς τον ηθικό νόμο, ακόμη κι όταν αυτός παραβιάζεται από τους άλλους [11]. Ο Λέων Τολστόι, βαθιά επηρεασμένος από το Ευαγγέλιο, υποστήριξε τη μη αντίσταση στο κακό ως τρόπο αποκάλυψης της θείας δικαιοσύνης μέσα στην ιστορία [12]. Ο χρόνος, έτσι, γίνεται χώρος θείας παιδαγωγίας.
Στην ελληνική λογοτεχνία, η σιωπή απέναντι στην αδικία παρουσιάζεται ως υπαρξιακή στάση. Ο Νίκος Καζαντζάκης, στην Ασκητική, μιλά για τη σιωπηλή αντοχή ως μορφή πνευματικού αγώνα, όπου ο άνθρωπος εμπιστεύεται μια ανώτερη δικαιοσύνη πέρα από τις ανθρώπινες κρίσεις [13]. Ο Γιώργος Σεφέρης συνδέει τη σιωπή με την αξιοπρέπεια εκείνου που αρνείται να συμμετάσχει στην ύβρη του ψεύδους [14].
Η ποίηση, τέλος, συλλαμβάνει με ιδιαίτερη οξύτητα τη σχέση αδικίας και χρόνου. Ο Οδυσσέας Ελύτης βλέπει τον χρόνο ως τελικό κριτή της αλήθειας [15], ενώ ο William Blake (Άγγλος ποιητής, 1757–1827) υποστηρίζει ότι η μη ανταπόδοση της αδικίας αποκαλύπτει την πνευματική ανωτερότητα του αδικημένου [16].
Οι σύγχρονοι θεολόγοι επιβεβαιώνουν ότι η εμπιστοσύνη στον Θεό «τὸν πανθ’ ὁρῶντα» δεν αναιρεί την ανθρώπινη ευθύνη, αλλά την ελευθερώνει από το πάθος της εκδίκησης. Ο Χρήστος Γιανναράς τονίζει ότι η χριστιανική σιωπή είναι σχέση εμπιστοσύνης με τον Θεό της αλήθειας [17], ενώ ο Dietrich Bonhoeffer (Γερμανός θεολόγος που πλήρωσε με τη ζωή του τη συνέπεια λόγων και πράξεων από τους ναζί Γερμανούς, 1906–1945). αναγνωρίζει τη σιωπή ως πράξη μαρτυρίας όταν ο λόγος χάνει το ηθικό του βάρος [18].
Η ρήση «άσε τον χρόνο στο Θεό» συνοψίζει, τόσο την αρχαιοελληνική, όσο και τη χριστιανική σοφία: ότι καμία ύβρις δεν μένει χωρίς νέμεση και τίσιν και καμία αδικία χωρίς τελική κρίση. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει ότι όποιος εμπιστεύεται τον Θεό παύει να φοβάται την ανθρώπινη αδικία [19], ενώ ο Søren Kierkegaard [1813–1855, Δανός φιλόσοφος, θεολόγος και συγγραφέας, και θεωρείται ο πατέρας του υπαρξισμού]. μιλά για την παράδοση της δικαίωσης στην αιωνιότητα [20]. Η σιωπή, έτσι, γίνεται πράξη βαθιάς πίστης και σοφίας.
Πότε και πώς οφείλει ο άνθρωπος να αντιδρά απέναντι στην αδικία
Η σιωπή απέναντι στην αδικία, όπως αναλύθηκε, δεν αποτελεί απόλυτη εντολή, αλλά πνευματική στάση που προϋποθέτει διάκριση. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η μη αντίδραση παύει να λειτουργεί ως πράξη εμπιστοσύνης στη θεία ή κοσμική δικαιοσύνη και μετατρέπεται σε ανοχή του κακού. Στον Αριστοτέλη η νέμεσις δεν είναι απλώς προσωπικό συναίσθημα, αλλά εκφράζει μια μορφή δικαίας αγανάκτησης απέναντι στην αδικαιολόγητη ευτυχία των αναξίων. Πρόκειται για λύπη που γεννιέται όταν διαταράσσεται η αναλογία ανάμεσα στην ηθική αξία και την τύχη, και γι’ αυτό διαφέρει τόσο από τον φθόνο όσο και από την επιχαιρεκακία. Η νέμεσις λειτουργεί ως κοσμική ή και θεία αντίδραση απέναντι στην ύβρη και την αδικία, με στόχο την αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Έτσι, δεν αποσκοπεί στην εκδίκηση, αλλά στην επαναφορά του δικαίου μέτρου που διέπει τον κόσμο. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει την έννοια της «δικαίας αγανάκτησης» (nemesis), ως ενδιάμεση αρετή μεταξύ φθόνου και αδιαφορίας, υποδηλώνοντας ότι η ηθική αντίδραση απέναντι στην αδικία είναι στοιχείο της αρετής και όχι της ύβρεως [21]. Η αντίδραση, όταν πηγάζει από αγάπη προς το δίκαιο και όχι από μίσος, δεν αναιρεί την ηθική ανωτερότητα του ανθρώπου.
Ιδιαίτερα κρίσιμη καθίσταται η αντίδραση όταν η αδικία δεν αφορά μόνο το άτομο αλλά επεκτείνεται στον πλησίον ή στο κοινωνικό σύνολο. Ο Dietrich Bonhoeffer τονίζει ότι η χριστιανική ηθική δεν εξαντλείται στην προσωπική αγιότητα, αλλά περιλαμβάνει την ευθύνη απέναντι στον άλλον. Η σιωπή μπροστά στην αδικία που πλήττει τον αδύναμο ισοδυναμεί με ηθική αποτυχία [22]. Αντίστοιχα, ο Emmanuel Levinas [1906–1995, Γαλλοεβραίος φιλόσοφος, από τους σημαντικότερους ηθικούς στοχαστές του 20ού αιώνα] υποστηρίζει ότι το πρόσωπο του Άλλου μας καλεί σε ευθύνη πριν από κάθε προσωπική πνευματική άσκηση [23]. Εδώ, η αντίδραση δεν είναι επιλογή, αλλά ηθική επιταγή.
Η χριστιανική παράδοση, αν και υμνεί την υπομονή, δεν εξιδανικεύει την παθητικότητα. Ο ίδιος ο Χριστός σιώπησε στο Πάθος, αλλά αντέδρασε με λόγο σαφή όταν η αδικία παρουσιαζόταν ως κανονικότητα ή θρησκευτική νομιμότητα. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επισημαίνει ότι η αληθινή ταπείνωση δεν συνίσταται στην αποδοχή της αδικίας, αλλά στη μη μετατροπή της αντίδρασης σε μίσος [24]. Η αντίδραση, λοιπόν, είναι επιτρεπτή —και συχνά αναγκαία— όταν διατηρεί τον χαρακτήρα της μαρτυρίας και όχι της εκδίκησης.
Σημαντικό κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ σιωπής και λόγου είναι η εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου. Όταν η σιωπή γεννά εσωτερική οργή, πικρία ή επιθυμία ανταπόδοσης, παύει να είναι πνευματική και γίνεται καταπιεστική. Ο Καρλ Γιούνγκ υποστηρίζει ότι τα συναισθήματα που δεν εκφράζονται συνειδητά επιστρέφουν ασυνείδητα με πιο καταστροφικές μορφές [25]. Από αυτή την άποψη, η ήρεμη, σαφής και οριοθετημένη αντίδραση μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά, τόσο για το άτομο όσο και για τη σχέση.
Η ηθική αντίδραση, ωστόσο, οφείλει να διακρίνεται ριζικά από την ύβρη. Όταν ο άνθρωπος αντιδρά με αλαζονεία, επιθετικότητα ή διάθεση εξευτελισμού του άλλου, εισέρχεται στον ίδιο κύκλο ὕβρις →ἄτη → νέμεσις → τίσις που χαρακτήριζε τον άδικο [26]. Η αντίδραση, για να είναι ηθικά έγκυρη, πρέπει να διατηρεί το μέτρο.
Συνεπώς, η διάκριση μεταξύ σιωπής και αντίδρασης δεν είναι ζήτημα κανόνα αλλά σοφίας. Όπως η αρχαιοελληνική σκέψη εμπιστεύεται την θεία δικαιοσύνη του κόσμου και η χριστιανική πίστη τη θεία πρόνοια, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να κρίνει πότε η σιωπή υπηρετεί την αλήθεια και πότε ο λόγος γίνεται πράξη αγάπης και ευθύνης. Η αληθινή δικαίωση, είτε έρθει μέσα στον χρόνο είτε τον υπερβεί, δεν αναιρεί την ανθρώπινη υποχρέωση να προστατεύει το αγαθό και την αξιοπρέπεια.
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
- Kirk GS, Raven JE, Schofield M. Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι. Αθήνα: ΜΙΕΤ; 2003.
- Πλάτων. Πολιτεία. Αθήνα: Κάκτος; 2005.
- Αριστοτέλης. Ηθικά Νικομάχεια. Αθήνα: Ζήτρος; 2008.
- Αγία Γραφή. Καινή Διαθήκη. Αθήνα: Αποστολική Διακονία; 2010.
- Ιωάννης Χρυσόστομος. Ομιλίες. Θεσσαλονίκη: Πατερικαί Εκδόσεις; 1998.
- Μέγας Βασίλειος. Επιστολές. Αθήνα: ΕΠΕ; 2001.
- Dodds ER. Οι Έλληνες και το Παράλογο. Αθήνα: Καρδαμίτσα; 2006.
- Ησίοδος. Έργα και Ημέραι. Αθήνα: Κάκτος; 2007.
- Σενέκας. Περὶ ὀργῆς. Αθήνα: Κάκτος; 2004.
- Μάρκος Αυρήλιος. Τα Εις Εαυτόν. Αθήνα: Κάκτος; 2006.
- Καντ Ι. Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών. Αθήνα: Δωδώνη; 2002.
- Τολστόι ΛΝ. Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σου. Αθήνα: Σιδέρης; 2008.
- Καζαντζάκης Ν. Ασκητική. Αθήνα: Διόπτρα; 2014.
- Σεφέρης Γ. Δοκιμές. Αθήνα: Ίκαρος; 2003.
- Ελύτης Ο. Το Άξιον Εστί. Αθήνα: Ίκαρος; 2010.
- Blake W. Τραγούδια της Αθωότητας και της Εμπειρίας. Αθήνα: Άγρα; 2008.
- Γιανναράς Χ. Η ελευθερία του ήθους. Αθήνα: Ίκαρος; 2002.
- Bonhoeffer D. Ηθική. Αθήνα: Αρμός; 2009.
- Ισαάκ ο Σύρος. Ασκητικά. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς; 1996.
- Kierkegaard S. Φόβος και Τρόμος. Αθήνα: Δωδώνη; 2003.
- Αριστοτέλης. Ρητορική. Αθήνα: Ζήτρος; 2009.
- Bonhoeffer D. Επιστολές και Σημειώσεις από τη Φυλακή. Αθήνα: Αρμός; 1997.
- Levinas E. Ολότητα και Άπειρο. Αθήνα: Έρασμος; 2002.
- Μάξιμος Ομολογητής. Κεφάλαια περί αγάπης. Αθήνα: ΕΠΕ; 2004.
- Jung CG. Ο αχαρτογράφητος εαυτός. Αθήνα: Αρσενίδης; 2001.
- Πλούταρχος. Περὶ ἀοργησίας. Στο: Πλούταρχος, Ηθικά, τόμ. ΣΤʹ. Αθήνα: Κάκτος; 1996.
- Πλάτων. Γοργίας. Μετ. και σχόλια: Α. Σταμάτης. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη; 2000.
Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης