«Αν την αγάπη για τον πλησίον μας δε μπορούμε να τη νιώσουμε με την πραγματική της έννοια, μπορούμε τουλάχιστον να την εκδηλώσουμε έστω και με τη μορφή της ευγένειας.»
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (MD, ORL, DDS, PhD)
Η ιστορική διαδρομή της λέξης «αγάπη»
Πριν εξετάσουμε πώς η λογοτεχνική και θεολογική παράδοση της Ελλάδας προσέγγισε το ζήτημα της αγάπης προς τον πλησίον, αξίζει να ανατρέξουμε στην ίδια την ιστορική εμφάνιση της λέξης. Η λέξη «ἀγάπη» ως ουσιαστικό εμφανίζεται σχετικά αργά στην ελληνική γραμματεία. H πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της χρονολογείται τον 3ο αιώνα π.Χ. [1]. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η έννοια απουσίαζε. Το ρήμα «ἀγαπάω» (αγαπώ) είναι αρχαιότερο και απαντάται ήδη στην κλασική εποχή, για παράδειγμα στον Πλάτωνα [2].

Στα ομηρικά έπη (8ος αι. π.Χ.), η έννοια της αγάπης εκφραζόταν κυρίως με το ρήμα «φιλέω» (φιλώ), που δήλωνε τη στοργή, τη φιλία και την τρυφερότητα [3]. Στους Προσωκρατικούς, ο Πυθαγόρας είχε ήδη διατυπώσει πως «Αφετηρία των αρετών είναι η ευσέβεια, και κορυφαίο όριό τους η Αγάπη» [4], χρησιμοποιώντας τον όρο με τη γενικότερη έννοια της αρετής. Στον Πλάτωνα, η αγάπη (κυρίως ως «ἔρως») είναι κεντρικό θέμα, ενώ στους «Ορισμούς» του αποδίδεται η φράση: «Αγάπησις απόδεξις παντελής» [5], δηλαδή η αγάπη ως παντελής αποδοχή.
Η κρίσιμη στιγμή για τη λέξη «ἀγάπη» ήρθε με τη χριστιανική γραμματεία της Καινής Διαθήκης (1ος αι. μ.Χ.), όπου οι συγγραφείς της επέλεξαν αυτόν τον όρο—σχετικά ουδέτερο και λιγότερο φορτισμένο συναισθηματικά από τον «ἔρωτα» ή κοινωνικά από τη «φιλία»—για να περιγράψουν τη μοναδική, ανιδιοτελή και θυσιαστική αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο [6]. Έτσι, η λέξη απέκτησε την υπερβατική, ηθική της σημασία, η οποία διαμόρφωσε ανεξίτηλα ολόκληρη τη δυτική σκέψη. Με αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, το ερώτημα του παρόντος δοκιμίου αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος: Πώς μπορεί ένα τόσο φορτισμένο και δυσεπίτευκτο ιδανικό να μετουσιωθεί σε καθημερινή πράξη;
Η ευγένεια ως απτή μορφή της αγάπης προς τον πλησίον
Το αίτημα για αγάπη προς τον πλησίον αποτελεί θεμέλιο λίθο του ανθρώπινου πολιτισμού, μια εντολή που διαπερνά θρησκείες, φιλοσοφίες και ηθικά συστήματα. Κι ωστόσο, η αληθινή, βαθιά και ανιδιοτελής αγάπη παραμένει για τον περισσότερο άνθρωπο ένα δυσεπίτευκτο ιδανικό. Μπροστά σε αυτή τη διαπίστωση, αναδύεται ένα ουσιαστικό ερώτημα: Αν η αγάπη στην πλήρη της έννοια ξεπερνά τις αντοχές μας, μπορούμε τουλάχιστον να την εκδηλώσουμε μέσα από την καθημερινή πρακτική της ευγένειας; Η ελληνική λογοτεχνική και θεολογική παράδοση, βαθιά επηρεασμένη από τον ορθόδοξο χριστιανισμό, αλλά και τον ανθρωπιστικό στοχασμό, προσφέρει πολύτιμες προσεγγίσεις σε αυτό το διαχρονικό δίλημμα.
Η αγάπη, ως απόλυτη ένωση και αυτοπροαίρετη εξαφάνιση του «εγώ» μπροστά στο «εσύ», βρίσκει ίσως την πιο χαρακτηριστική της έκφραση στον Νίκο Καζαντζάκη. Στην «Ασκητική» του, ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας απογυμνώνει την ουσία της αγάπης από κάθε συναισθηματική ευκολία: «Τι είναι η αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο… Μα στην αγάπη είναι ένα. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ και εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι» [7]. Αυτή η απαιτητική, σχεδόν ασκητική αντίληψη της αγάπης ως ολοκληρωτικής άρσης της ατομικότητας είναι σαφές ότι ξεπερνά τις συνήθεις δυνάμεις του κοινού ανθρώπου. Ο Καζαντζάκης, ωστόσο, δεν προτείνει μιαν απρόσιτη ουτοπία. Η ίδια η «Ασκητική» είναι ένα εργαλείο πνευματικής άσκησης, μια πορεία όπου η «καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη».
Σε μια διαφορετική, πιο ταπεινή και καθημερινή διάσταση, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υμνεί την αγάπη προς τον πλησίον μέσα από την απλή, σχεδόν αφανή πρακτική της. Ο λεγόμενος «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» καταφάσκει στην αγάπη όχι ως θεωρητική αρχή, αλλά ως βιωμένη στάση ζωής, όπως αποτυπώνεται στα διηγήματά του [8]. Στο έργο του, η αγάπη προς τον πλησίον αποτελεί σημείο παρουσίας του Θεού, μια κατάφαση που δεν απαιτεί ηρωικές πράξεις αλλά τη στοργική φροντίδα για τον συνάνθρωπο. Ο Παπαδιαμάντης «καλλιεργεί με αριστοτεχνικό τρόπο τη συναισθηματική αγάπη προς τον πλησίον, χωρίς όρους, προϋποθέσεις και διακρίσεις [9]. Σε αυτό το πλαίσιο, η ευγένεια—η πράξη της καλής συμπεριφοράς, της ανεκτικότητας, της υπομονής—δεν είναι παρά η καθημερινή, προσιτή έκφραση αυτής της αγάπης, ο τρόπος με τον οποίο ο κοινός άνθρωπος μπορεί να μετέχει στο θείο δώρο της αγάπης.
Ο Οδυσσέας Ελύτης, με την τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο «Εκ του πλησίον», τοποθετεί τον άνθρωπο απέναντι στον συνάνθρωπο με μια διάθεση τρυφερότητας και αναζήτησης. Η φράση «Την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις» [10], που συνοψίζει το πνεύμα της συλλογής, αποτελεί μια παραίνεση για δημιουργική και ευγενική διάθεση απέναντι στη ζωή και τους άλλους. Ο Ελύτης δεν προσκαλεί σε μια μεγαλειώδη, ανώδυνη αγάπη, αλλά σε μια ενεργητική στάση που καλλιεργεί την ομορφιά και την ευγένεια, ακόμα κι εκεί όπου αυτές απουσιάζουν. Η συλλογή αυτή αποτελεί την ύστατη μαρτυρία ενός ποιητή που βλέπει την αγάπη όχι ως αφηρημένο ιδανικό, αλλά ως μια πρακτική σχέση με τον «πλησίον», δηλαδή με το συγκεκριμένο, οικείο και καθημερινό πρόσωπο.
Για τον Γιώργο Σεφέρη, η αγάπη και η δικαιοσύνη δεν περιορίζονται στον ερωτικό πόθο ή στον νόμο, αλλά «συγκροτούν τον πυρήνα των βασικών αξιών που συνέχουν και θεμελιώνουν τον ανθρωποκεντρικό, ουμανιστικό ηθικοπολιτικό στοχασμό του» [11]. Στη σεφερική σκέψη, η αγάπη «δεν περιορίζεται στον ερωτικό πόθο αλλά εξυψώνεται σε πολιτική αρετή» [12]. Αυτή η ανύψωση της αγάπης σε πολιτική αρετή σημαίνει ότι η έκφανσή της στην καθημερινή ζωή, η ευγένεια δηλαδή ως σεβασμός στον άλλο και ως δικαιοσύνη στις σχέσεις, αποκτά βαρύνουσα ηθική σημασία. Ο Σεφέρης μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση συναισθημάτων, αλλά μια δημόσια πράξη που οικοδομεί τον πολιτισμό και αντιστέκεται στη βία και την αδικία.
Ακόμα και ο Φώτης Κόντογλου, που υπήρξε αυστηρός κριτής της εύκολης χρήσης της λέξης «αγάπη»—μιλώντας για την «ψεύτικη λέξη “αγάπη”» [13]—δεν αρνείται την αξία της πράξης. Η κριτική του απευθύνεται ακριβώς στην κενολογία, σε μια αγάπη που μένει στα λόγια και δεν μετουσιώνεται σε έργα. Από αυτή την άποψη, η ευγένεια, ως μια χειροπιαστή, μετρήσιμη και κοινωνικά αναγνωρίσιμη πράξη, αποτελεί την απάντηση στην υποκρισία: μια ταπεινή, αλλά αυθεντική μορφή αγάπης.
Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του Κώστα Γεωργουσόπουλου έρχεται να φωτίσει με έναν πρωτότυπο τρόπο την ουσία της αγάπης, συνδέοντάς την άμεσα με την ανοχή. Όπως εύστοχα παρατηρεί, η αρχαία ελληνική σημασία του ρήματος «αγαπώ» δεν ταυτιζόταν με το συναίσθημα που εννοούμε σήμερα, αλλά με την έννοια της ανοχής και της πληρότητας. Συγκεκριμένα, ο Γεωργουσόπουλος υποστηρίζει ότι ο Χριστός, όταν παρήγγειλε «αγαπάτε αλλήλους», δεν ζητούσε ένα συγκινησιακό ξέσπασμα, αλλά μια στάση ζωής: «αγάπη, δηλαδή την ανοχή και την πληρότητα, γιατί ανέχομαι σημαίνει είμαι γεμάτος από σένα» [14]. Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, το «αγαπάτε αλλήλους» μεταφράζεται ουσιαστικά ως «ανέχεστε ο ένας τον άλλον», ως μια πρόσκληση για υπομονή, αποδοχή και ανεκτικότητα απέναντι στην ετερότητα και τις αδυναμίες του συνανθρώπου.
Αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση της αγάπης ως ανοχής και πληρότητας βρίσκει την πληρέστερη θεμελίωσή της στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Μέγας Βασίλειος, ένας εκ των κορυφαίων της πατερικής παράδοσης, δεν αντιμετωπίζει την αγάπη ως μια δυσπρόσιτη εντολή, αλλά ως μια έμφυτη δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης, σπέρμα που ο ίδιος ο Θεός φύτεψε μέσα μας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στους «Όρους κατά Πλάτος»: «Ποιος δεν γνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι ήμερο και κοινωνικό ζώο και όχι μοναχικό ούτε άγριο; Τίποτα λοιπόν δεν είναι τόσο χαρακτηριστικό για τη φύση μας, όσο το να έχουμε κοινωνία ο ένας με τον άλλο» [15]. Γι’ αυτόν, η αγάπη προς τον πλησίον είναι ο μοναδικός δρόμος για να αγαπήσουμε τον Θεό, αφού κάθε πράξη καλοσύνης προς τον συνάνθρωπο λογίζεται ως προσφορά προς τον Ίδιο. Ο ίδιος ο Άγιος συνέδεσε ρητά την ευγένεια με την αγάπη, λέγοντας πως «αυτός που σπέρνει ευγένεια, θερίζει φιλία, αυτός που φυτεύει καλοσύνη, μαζεύει αγάπη» [16]. Στην ίδια γραμμή, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κήρυττε μια αγάπη χωρίς αποκλεισμούς, υπενθυμίζοντας πως «όταν χρειάζεται να ευεργετήσεις, ο κάθε άνθρωπος είναι πλησίον σου» [17], καλώντας «όλους στην αγάπη προς τον πλησίον» [18]. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εντάσσεται στην ίδια παράδοση, τονίζοντας ότι η αγάπη για τον Θεό περνάει μέσα από την αγάπη για τον άνθρωπο [19].
Έτσι, η πατερική σκέψη επισφραγίζει το κεντρικό επιχείρημα του δοκιμίου: Η απόλυτη, μυστικιστική αγάπη μπορεί να είναι ένα δυσεπίτευκτο ιδανικό, αλλά η αγάπη που γίνεται πράξη, που εκδηλώνεται ως ευγένεια, καλοσύνη και ανοχή, δεν είναι ένα φτωχό υποκατάστατό της. Είναι η ίδια η αγάπη, όπως την όρισαν οι Πατέρες: Η καθημερινή, υπαρκτή και βιώσιμη οδός προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, μια στάση ζωής που οφείλουμε να καλλιεργούμε «με πολλή ευγένεια και αγάπη μιμούμενοι τον Κύριον».
Συμπερασματικά, η ελληνική λογοτεχνική και θεολογική παράδοση, από τον ασκητικό Καζαντζάκη έως τον μελωδικό Ελύτη, από τον ταπεινό Παπαδιαμάντη έως τον πολιτικοποιημένο Σεφέρη, και από τον αυστηρό Κόντογλου έως τον κλασσικό φιλόλογο και θεατρικό κριτικό Γεωργουσόπουλο και τους Πατέρες της Εκκλησίας, συγκλίνει σε μιαν ουσιαστική διαπίστωση: Η τέλεια, απόλυτη αγάπη είναι ένα δύσβατο ιδανικό. Εντούτοις, η αγάπη δεν εξαντλείται στο απρόσιτο ιδανικό της. Η ευγένεια, η καλοσύνη στην πράξη, η υπομονή, η ανεκτικότητα, η προσφορά ενός καλού λόγου—όλες αυτές οι καθημερινές, ταπεινές εκδηλώσεις του ανθρώπινου ενδιαφέροντος—αποτελούν τη γέφυρα που συνδέει τον ατελή άνθρωπο με την εντολή της αγάπης. Όταν η καρδιά αδυνατεί να αισθανθεί το μυστικό της αγάπης, τα χέρια, τα λόγια και η στάση μας μπορούν ακόμη να την πραγματώσουν. Η ευγένεια δεν είναι υποκατάστατο της αγάπης. Είναι η αγάπη που έγινε πράξη, το βήμα του ανθρώπου που, γνωρίζοντας τα όριά του, επιλέγει ωστόσο να προχωρήσει προς τον άλλο.
Βιβλιογραφία (Πλήρως διορθωμένη)
- Σταματάκος Ι. Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Αθήνα: Βιβλιοπρομηθευτική; 1999.
- Πλάτων. Νόμοι, 731e. Στο: Platonis opera, τόμ. 5. Επιμ. J. Burnet. Οξφόρδη: Clarendon Press; 1907 (ανατύπωση 1967).
- Όμηρος. Ιλιάδα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζήτρος; 2004.
- Διογένης Λαέρτιος. Βίοι φιλοσόφων, VIII, 23. (Απόδοση του αποφθέγματος του Πυθαγόρα). Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος; 1992.
- Πλάτων. Ορισμοί, 413a. Στο: Platonis opera, τόμ. 5. Επιμ. J. Burnet. Οξφόρδη: Clarendon Press; 1907 (ανατύπωση 1967).
- Η Καινή Διαθήκη. (Παραδείγματα: Ιωάννης 3:16, Α΄ Κορινθίους 13). Αθήνα: Ελληνική Βιβλική Εταιρία; 2010.
- Καζαντζάκης Ν. Ασκητική (Salvatores Dei). Αθήνα: Δίφρος; 1927.
- Παπαδιαμάντης Α. Άπαντα. Αθήνα: Δόμος; 1981.
- Μπαλούση Σ. «Εικόν’ αχειροποίητη…»: Η ατέρμονη αναζήτηση του έρωτα…[διδακτορική διατριβή]. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης; 2015.
- Ελύτης Ο. Εκ του πλησίον. Αθήνα: Ίκαρος; 1998.
- Σαατσόγλου Ε. «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» Αποδοχή, αγάπη… [πρόγραμμα μαθήματος]. Θεσσαλονίκη: eJournals ΑΠΘ; 2018.
- Σεφέρης Γ. «Ιδέες της καλοσύνης στον Σεφέρη: Αγάπη και Δικαιοσύνη» [άρθρο]. Books’ Journal. 27 Μαΐου 2024.
- Κόντογλου Φ. «Η ψεύτικη λέξη “αγάπη”» [δοκίμιο]. Στο: Άπαντα Φώτη Κόντογλου. Αθήνα: Εκδόσεις Αστήρ; 1990.
- Γεωργουσόπουλος Κ. «Τα φώτα ως σκότη» [άρθρο]. Τα Νέα. 4 Ιανουαρίου 2019.
- Μέγας Βασίλειος. Όροι κατά Πλάτος. Στο: Βασιλείου Καισαρείας του Μεγάλου Άπαντα τα έργα. Αθήνα: Εκδόσεις «Το Βυζάντιον»; 2008.
- Μέγας Βασίλειος. Απόφθεγμα. Στο: Συλλογή Αποφθεγμάτων των Αγίων Πατέρων. (Η ακριβής πρωτογενής πηγή δεν έχει ταυτοποιηθεί· το απόφθεγμα συναντάται σε πολλές συλλογές πατερικών κειμένων).
- Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Εις την Α΄ προς Κορινθίους, Ομιλία ΛΒ΄. Στο: Patrologia Graeca, τόμ. 61. Επιμ. J.P. Migne. Παρίσι; 1857-1866.
- Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Απόφθεγμα («όλους καλώ στην αγάπη προς τον πλησίον»). Στο: Συλλογή Αποφθεγμάτων των Αγίων Πατέρων. (Το απόφθεγμα είναι γνωστό από την πατερική παράδοση· δεν έχει εντοπιστεί αυτοτελής έκδοση).
- Γρηγόριος ο Θεολόγος. Άπαντα τα έργα. Σειρά: Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων (ΒΕΠΕΣ), τόμ. 58. Αθήνα:Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος; 1980.

Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.