Από το «Γιατί συμβαίνει σε μένα;» στο «Τι μπορώ να μάθω από αυτό;»
By Gelis

Από το «Γιατί συμβαίνει σε μένα;» στο «Τι μπορώ να μάθω από αυτό;»

Περίληψη

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Iατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός ερευνητής, Συγγραφέας, Δερβενακίων 46, Κόρινθος Τηλ.6944280764 e-mail: pharmage2@gmail.com www.gelis.gr, www.pharmagel.gr

Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τις δυσκολίες της ζωής επηρεάζει την ψυχολογική μας προσαρμογή και την ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις. Η μετάβαση από το ερώτημα «Γιατί συμβαίνει σε μένα;» στο «Τι μπορώ να μάθω από αυτό;» μπορεί να ενισχύσει την αυτογνωσία, την αναζήτηση πρακτικών λύσεων και την ψυχολογική ανθεκτικότητα. Η προσέγγιση αυτή είναι χρήσιμη τόσο για τους υποψηφίους που αντιμετωπίζουν την πίεση των εξετάσεων όσο και για τους ανθρώπους που βιώνουν προβλήματα υγείας. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κάθε δυσκολία έχει κάποιο προκαθορισμένο νόημα ή ότι η θετική σκέψη αρκεί για να αλλάξει τις εξωτερικές συνθήκες. Στόχος είναι η ρεαλιστική αποδοχή, η ανάληψη της ευθύνης που μας αναλογεί και η αναζήτηση κατάλληλης υποστήριξης.

Λέξεις-κλειδιά: ψυχολογική ανθεκτικότητα, αυτογνωσία, διαχείριση στρες, αποδοχή, αυτοσυμπόνια, εξεταστικό άγχος, χρόνια νοσήματα, ψυχολογική προσαρμογή.

Η δύναμη μιας διαφορετικής ερώτησης

«Όταν αντικαταστήσεις το “γιατί συμβαίνει σε μένα αυτό” με το “τι είναι αυτό που προσπαθεί να μου διδάξει”, τότε όλα αλλάζουν».

Η φράση αυτή εκφράζει μια ουσιαστική αλλαγή οπτικής. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια αποτυχία, μια απογοήτευση ή ένα πρόβλημα υγείας, είναι φυσικό να αναρωτιόμαστε γιατί συνέβη σε εμάς. Το ερώτημα αυτό μπορεί να εκφράζει πόνο, φόβο, θυμό ή αίσθημα αδικίας. Όταν, όμως, γίνεται η μοναδική μας σκέψη, ενδέχεται να μας εγκλωβίζει στην αναζήτηση μιας εξήγησης που δεν είναι πάντοτε δυνατό να βρεθεί.

Αντίθετα, το ερώτημα «Τι μπορώ να μάθω από αυτό;» μάς στρέφει προς όσα μπορούμε να κατανοήσουμε, να αλλάξουμε ή να αντιμετωπίσουμε διαφορετικά. Δεν εξαφανίζει τη δυσκολία ούτε εγγυάται μια ευνοϊκή έκβαση. Μπορεί, όμως, να μας βοηθήσει να ανακτήσουμε ένα μέρος του ελέγχου της ζωής μας [1].

Από την αυτομομφή στην προσωπική ευθύνη

Η αναζήτηση νοήματος δεν πρέπει να συγχέεται με την αυτοκατηγορία. Δεν είναι όλα όσα μας συμβαίνουν αποτέλεσμα των επιλογών μας. Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούμε να προβλέψουμε ή να αποτρέψουμε, όπως μια σοβαρή ασθένεια, μια απώλεια ή μια απρόσμενη ανατροπή.

Η προσωπική ευθύνη αφορά κυρίως το πώς θα ανταποκριθούμε στις συνθήκες που αντιμετωπίζουμε. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας χωρίς να θεωρούμε ότι αυτά καθορίζουν την αξία μας. Μπορούμε, επίσης, να αποδεχθούμε τα όριά μας και να ζητήσουμε βοήθεια χωρίς να το εκλαμβάνουμε ως αδυναμία.

Η ψυχολογική ευελιξία, δηλαδή η ικανότητα να προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας στις συνθήκες και στις αξίες μας, μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των δυσκολιών [2].

Τι σημαίνει αυτό για τους υποψηφίους των εξετάσεων;

Για έναν μαθητή ή έναν υποψήφιο που αποτυγχάνει σε μια εξέταση, το «Γιατί συνέβη αυτό σε μένα;» μπορεί να μετατραπεί σε σκέψεις όπως «Δεν είμαι αρκετά ικανός» ή «Δεν θα τα καταφέρω ποτέ». Αυτά τα συμπεράσματα, όμως, δεν προκύπτουν αναγκαστικά από ένα αποτυχημένο αποτέλεσμα.

Ένα χαμηλό βαθμολογικό αποτέλεσμα μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να εντοπιστούν κενά γνώσεων, δυσκολίες στη διαχείριση του χρόνου, ανεπαρκής προετοιμασία ή έντονο εξεταστικό άγχος. Το ουσιαστικό ερώτημα γίνεται τότε: «Τι χρειάζεται να αλλάξω στην προετοιμασία μου;».

Η αποτυχία δεν είναι απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας. Είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αξιολογηθεί, να αναλυθεί και να αξιοποιηθεί για τον σχεδιασμό της επόμενης προσπάθειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αποτυχία οδηγεί αυτομάτως στην επιτυχία, αλλά ότι η συστηματική ανατροφοδότηση μπορεί να βελτιώσει τις πιθανότητες προόδου.

Τι σημαίνει αυτό για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας;

Όταν κάποιος πληροφορείται ότι πάσχει από μια ασθένεια, είναι φυσικό να αναρωτηθεί «Γιατί συνέβη σε μένα;». Μπορεί να αισθανθεί φόβο, θυμό, αδικία ή αβεβαιότητα για το μέλλον. Αυτά τα συναισθήματα δεν αποτελούν ένδειξη αδυναμίας ούτε χρειάζεται να καταπιέζονται για να διατηρηθεί μια υποτιθέμενα θετική στάση.

Η μετάβαση στο ερώτημα «Τι μπορώ να κάνω τώρα για να φροντίσω καλύτερα τον εαυτό μου;» μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να επικεντρωθεί σε ουσιαστικά βήματα: να ενημερωθεί αξιόπιστα για την κατάστασή του, να συζητήσει τις απορίες του με τον γιατρό του, να ακολουθήσει το κατάλληλο θεραπευτικό σχέδιο, να ζητήσει υποστήριξη από τους οικείους του και να προσαρμόσει την καθημερινότητά του στις ανάγκες του.

Εδώ είναι σημαντικό να διακρίνουμε την ψυχολογική προσαρμογή από την ιατρική αντιμετώπιση. Η αλλαγή νοοτροπίας μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να διαχειριστεί την εμπειρία της ασθένειας, αλλά δεν θεραπεύει από μόνη της τη νόσο. Κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται ότι αρρώστησε επειδή δεν σκέφτηκε θετικά ή ότι η επιδείνωση της υγείας του αποτελεί προσωπική αποτυχία.

Η εμφάνιση και η εξέλιξη μιας ασθένειας εξαρτώνται από σύνθετους βιολογικούς, γενετικούς, περιβαλλοντικούς και άλλους παράγοντες. Γι’ αυτό, η αναζήτηση νοήματος και η ψυχολογική υποστήριξη χρειάζεται να λειτουργούν συμπληρωματικά προς την κατάλληλη ιατρική φροντίδα, όχι ως υποκατάστατά της.

Νέα ή επιδεινούμενα συμπτώματα χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση, ενώ τα επείγοντα συμπτώματα απαιτούν άμεση βοήθεια. Ο ασθενής δεν πρέπει να αναβάλλει εξετάσεις ή θεραπεία περιμένοντας να βελτιωθεί πρώτα η ψυχολογία του ούτε να διακόπτει την αγωγή του χωρίς συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.

Αποδοχή δεν σημαίνει παραίτηση

Η αποδοχή μιας δύσκολης πραγματικότητας δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε μαζί της ή ότι σταματάμε να προσπαθούμε να την αλλάξουμε. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε με ειλικρίνεια την κατάσταση, ώστε να αποφασίσουμε ποια είναι τα διαθέσιμα επόμενα βήματα.

Ο υποψήφιος αποδέχεται το αποτέλεσμα μιας εξέτασης για να οργανώσει καλύτερα την επόμενη προσπάθεια. Ο ασθενής αποδέχεται ότι αντιμετωπίζει μια συγκεκριμένη διάγνωση για να συνεργαστεί με τους επαγγελματίες υγείας και να φροντίσει όσο καλύτερα μπορεί τον εαυτό του. Ο άνθρωπος που βιώνει μια απώλεια αναγνωρίζει τον πόνο του χωρίς να απαιτεί από τον εαυτό του να τον ξεπεράσει αμέσως.

Η αποδοχή μπορεί να συνυπάρχει με την ελπίδα, τη διεκδίκηση και τη δράση. Το ζητούμενο δεν είναι να ελέγχουμε τα πάντα, αλλά να διακρίνουμε τι μπορεί να αλλάξει, τι χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με υπομονή και πότε είναι απαραίτητο να ζητήσουμε βοήθεια.

Μπορεί η δυσκολία να οδηγήσει σε προσωπική ανάπτυξη;

Ορισμένοι άνθρωποι, μετά από δύσκολες εμπειρίες, αναφέρουν ότι αναθεώρησαν τις προτεραιότητές τους, εκτίμησαν περισσότερο τις σχέσεις τους ή ανακάλυψαν νέες εσωτερικές δυνάμεις. Το φαινόμενο αυτό έχει μελετηθεί ως μετατραυματική ανάπτυξη [3].

Ωστόσο, δεν βιώνουν όλοι οι άνθρωποι μια τέτοια αλλαγή και δεν είναι απαραίτητο να προκύψει κάποιο θετικό μάθημα από κάθε οδυνηρό γεγονός. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύουμε τον πόνο ούτε να απαιτούμε από κάποιον που υποφέρει να αποδείξει ότι έγινε ισχυρότερος μέσα από τη δοκιμασία του.

Η προσωπική ανάπτυξη, όταν συμβαίνει, δεν ακυρώνει τη δυσκολία που προηγήθηκε. Και όταν δεν συμβαίνει, αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος απέτυχε να αντιμετωπίσει σωστά την εμπειρία του.

Αυτοσυμπόνια και ψυχολογική ανθεκτικότητα

Η ανθεκτικότητα δεν είναι η απουσία φόβου, λύπης ή αμφιβολίας. Είναι η δυνατότητα να συνεχίζουμε, να προσαρμοζόμαστε και να αναζητούμε υποστήριξη, ακόμη και όταν βιώνουμε δύσκολα συναισθήματα.

Η αυτοσυμπόνια μάς βοηθά να μιλάμε στον εαυτό μας με την ίδια κατανόηση που θα δείχναμε σε έναν άνθρωπο που αγαπάμε. Αντί να λέμε «Είμαι αποτυχημένος» ή «Δεν πρέπει να φοβάμαι», μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι «Περνάω μια δύσκολη περίοδο και χρειάζομαι χρόνο και βοήθεια».

Αυτή η στάση δεν σημαίνει αδράνεια ή δικαιολογία. Μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα χωρίς να προσθέτουμε στον ήδη υπάρχοντα πόνο την τιμωρία της αυτομομφής.

Πρακτική εφαρμογή: Από τη σκέψη στην καθημερινή δράση

Η αλλαγή οπτικής αποκτά αξία όταν μετατρέπεται σε συγκεκριμένες ενέργειες. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με τέσσερα απλά βήματα.

Πρώτον, αναγνωρίζουμε τι συμβαίνει. Ονομάζουμε το πρόβλημα και τα συναισθήματά μας χωρίς υπερβολές και χωρίς να υποτιμούμε τη δυσκολία.

Δεύτερον, διακρίνουμε τι μπορούμε να επηρεάσουμε. Δεν ελέγχουμε πάντοτε το αποτέλεσμα, μπορούμε όμως να επηρεάσουμε τις επιλογές μας, την αναζήτηση βοήθειας και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε την επόμενη προσπάθεια.

Τρίτον, επιλέγουμε ένα συγκεκριμένο βήμα. Ο υποψήφιος μπορεί να οργανώσει καλύτερα τη μελέτη του και να αξιολογήσει τα λάθη του. Ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας μπορεί να καταγράψει τις ερωτήσεις του για τον γιατρό, να ακολουθήσει τις ιατρικές οδηγίες και να ζητήσει πρακτική ή συναισθηματική υποστήριξη.

Τέταρτον, επανεξετάζουμε την πορεία μας. Αν η προσπάθεια δεν αποδίδει, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποτύχαμε. Μπορεί να χρειάζεται διαφορετική στρατηγική, περισσότερο χρόνο ή βοήθεια από κάποιον ειδικό.

Για να εφαρμόσουμε αυτή την προσέγγιση, μπορούμε να θέτουμε στον εαυτό μας τρία ερωτήματα:

  1. Τι ακριβώς συμβαίνει και τι αισθάνομαι;
  2. Ποιο μέρος της κατάστασης μπορώ να επηρεάσω και ποια βοήθεια χρειάζομαι;
  3. Ποιο μικρό, ρεαλιστικό βήμα μπορώ να κάνω σήμερα;

Δεν χρειάζεται να βρούμε αμέσως όλες τις απαντήσεις. Αρκεί να ξεκινήσουμε από ένα βήμα που είναι εφικτό και κατάλληλο για τις συνθήκες μας.

Συμπέρασμα

Η μετάβαση από το «Γιατί συμβαίνει σε μένα;» στο «Τι μπορώ να μάθω από αυτό;» δεν αποτελεί υπόσχεση ότι η ζωή θα γίνει ευκολότερη ούτε ότι κάθε δυσκολία κρύβει ένα μάθημα. Είναι μια πρόσκληση να μετακινήσουμε την προσοχή μας από την ατέρμονη αναζήτηση εξηγήσεων προς την κατανόηση, την αυτοφροντίδα και τη δράση.

Για τον υποψήφιο, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι αντιμετωπίζει την αποτυχία ως αφορμή για αναπροσαρμογή. Για τον ασθενή, ότι αναζητά ενημέρωση, θεραπεία και υποστήριξη χωρίς να κατηγορεί τον εαυτό του για όσα δεν ελέγχει. Για κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται, μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζει τον πόνο του και επιτρέπει στον εαυτό του να προχωρήσει με τον δικό του ρυθμό.

Δεν επιλέγουμε πάντοτε όσα μας συμβαίνουν. Μπορούμε, όμως, συχνά να επιλέξουμε το επόμενο βήμα μας. Και αυτό το βήμα δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο· χρειάζεται να είναι ρεαλιστικό, ασφαλές και ουσιαστικό.

Βιβλιογραφία

  1. Lazarus RS, Folkman S. Stress, Appraisal, and Coping. New York: Springer Publishing Company; 1984.
  2. Macri JA, Rogge RD. Examining domains of psychological flexibility and inflexibility as treatment mechanisms in acceptance and commitment therapy: A comprehensive systematic and meta-analytic review. Clin Psychol Rev. 2024;110:102432. doi:10.1016/j.cpr.2024.102432.
  3. Tedeschi RG, Calhoun LG. Posttraumatic growth: Conceptual foundations and empirical evidence. Psychol Inq. 2004;15(1):1–18. doi:10.1207/s15327965pli1501_01.

 

  • No Comments
  • 23 Οκτωβρίου, 2026