Είσαι έτοιμος να αλλάξεις αυτό που κάνεις, για να αλλάξεις αυτό που είσαι;
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (ΜD, ORL, DDS, PhD)
Η ανθρώπινη ύπαρξη διαγράφεται ανάμεσα σε δύο άξονες: το «είναι» (η ταυτότητα, η αυτοαντίληψη, τα χαρακτηριστικά που θεωρούμε σταθερά) και το «πράττειν» (οι συνήθειες, οι πράξεις, η καθημερινή συμπεριφορά). Το ερώτημα που τίθεται, ωστόσο, δεν είναι απλά περιγραφικό αλλά ριζικά μετασχηματιστικό: είσαι διατεθειμένος να μεταβάλεις όσα κάνεις, προκειμένου να μεταβληθεί το ίδιο το είναι σου; Η σύγχρονη ψυχολογία, νευροεπιστήμη και φιλοσοφία συγκλίνουν σε μια απάντηση που ακυρώνει την παραδοσιακή διάκριση «πράξη – ουσία»: αυτό που κάνεις επαναπροσδιορίζει αυτό που είσαι, σε επίπεδο νευρωνικών δικτύων, συνηθειών και ταυτοτήτων. Η ετοιμότητα για αλλαγή της συμπεριφοράς δεν προϋποθέτει μια έτοιμη ταυτότητα — την κατασκευάζει.
Κατ’ αρχάς, η σύγχρονη νευροεπιστήμη έχει δείξει ότι ο εγκέφαλος είναι πλαστικός, όχι στατικός. Η έννοια της νευροπλαστικότητας, όπως τεκμηριώθηκε από τον Eric Kandel, υποδεικνύει ότι οι επαναλαμβανόμενες πράξεις διαμορφώνουν τις συναπτικές συνδέσεις, αλλάζοντας το νευρωνικό υπόστρωμα του εαυτού [1]. Όταν κάποιος αποφασίζει να αλλάξει μια συνήθεια —για παράδειγμα, να απαντά με ηρεμία αντί με θυμό— στην αρχή η πράξη είναι ξένη προς την αυτοαντίληψή του (δεν είμαι ήρεμος άνθρωπος). Ωστόσο, η επανάληψη της νέας συμπεριφοράς ενισχύει συγκεκριμένα νευρωνικά μονοπάτια και αποδυναμώνει άλλα. Έτσι, η ταυτότητα ακολουθεί την πράξη, όχι το αντίστροφο. Ο Doidge, σε κλασική μελέτη, αναφέρει ασθενείς που μετά από εγκεφαλικές βλάβες έμαθαν να κινούνται εκ νέου, αλλά στη διαδικασία ανέπτυξαν όχι μόνο νέες κινητικές δεξιότητες αλλά και νέα αυτοεικόνα ως άτομα με επιμονή και προσαρμοστικότητα [2]. Η αλλαγή του «τι κάνεις» (άσκηση) προκάλεσε αλλαγή του «τι είσαι» (άνθρωπος που υπερβαίνει τα όρια).
Δεύτερον, η ψυχολογία των συνηθειών, όπως αναπτύσσεται από τον William James έως τον σύγχρονο Charles Duhigg, υπογραμμίζει ότι οι μικρές, επαναλαμβανόμενες πράξεις συνιστούν τον χαρακτήρα. Ο James διατύπωσε την περίφημη αρχή: «Δράσε σαν να ήσουν κάτι, και θα γίνεις αυτό» [3]. Αυτό δεν είναι απλή ευχή· ο Duhigg, αναλύοντας τον «νευρικό κύκλο της συνήθειας» (σήμα – ρουτίνα – ανταμοιβή), δείχνει ότι η αλλαγή της ρουτίνας (αυτό που κάνεις) τροποποιεί τον τρόπο που ο εγκέφαλος κωδικοποιεί τον εαυτό [4]. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι πρώην τοξικομανείς που, μέσω συστηματικής αλλαγής καθημερινών τελετουργιών (από την ώρα που ξυπνούν μέχρι τις κοινωνικές επαφές), κατάφεραν όχι απλώς να διακόψουν τη χρήση αλλά να οικοδομήσουν μια νέα ταυτότητα ως «άνθρωποι της αποχής». Η πράξη της αποχής δεν είναι εξωτερική στην ταυτότητα — είναι η ταυτότητα.
Το τρίτο σημείο αφορά τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία (CBT). Ο Beck, ιδρυτής της CBT, υποστήριξε ότι οι δυσλειτουργικές σκέψεις τροφοδοτούν δυσλειτουργικές πράξεις, αλλά και αντίστροφα: η ενεργητική αλλαγή της συμπεριφοράς μπορεί να ανατρέψει βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό [5]. Για παράδειγμα, ένας ασθενής με κοινωνικό άγχος που πιστεύει «είμαι αδέξιος και απορριπτέος» δεν μπορεί απλά να διατάξει τον εαυτό του να αλλάξει αυτή την πεποίθηση. Εφαρμόζοντας όμως συμπεριφορικά πειράματα —να μιλήσει σε έναν συνάδελφο, να ζητήσει βοήθεια σε ένα κατάστημα— η νέα πράξη παράγει νέα δεδομένα. Σταδιακά, η αυτοαντίληψη μεταβάλλεται: δεν είσαι πια «αδέξιος», είσαι «κάποιος που δοκίμασε και τα κατάφερε». Η έρευνα των Hofmann et al. δείχνει ότι ακόμα και δύο εβδομάδες συστηματικής αλλαγής σε μια μικρή καθημερινή πράξη (π.χ. γράψιμο ευγνωμοσύνης) αρκούν για να αλλάξουν δείκτες αυτοεκτίμησης και ψυχολογικής ανθεκτικότητας [6].
Φιλοσοφικά, η παραπάνω διαπίστωση απαντάται ήδη στον Αριστοτέλη, που υποστήριζε ότι η αρετή δεν είναι φυσικό χάρισμα αλλά έξη (έξις), δηλαδή επίκτητη προδιάθεση που προκύπτει από την επανάληψη πράξεων. «Από γαρ των ομοίων ενεργειών αι έξεις γίνονται» [7]. Δηλαδή: γινόμαστε δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, και συνετοί κάνοντας συνετές πράξεις. Η σύγχρονη αρετολογία (π.χ. Alasdair MacIntyre) επανέφερε αυτή την ιδέα: η ταυτότητα δεν είναι κάτι που ανακαλύπτουμε ενδοσκοπικά, αλλά κάτι που χτίζεται μέσω της πρακτικής άσκησης [8]. Επομένως, αυτός που αναρωτιέται «ποιος είμαι πραγματικά» μάλλον κάνει λάθος ερώτηση. Το σωστό ερώτημα είναι: «Τι πράττω καθημερινά;» — γιατί η απάντηση θα αποκαλύψει το είναι.
Ένα τέταρτο επίπεδο αφορά την κοινωνική ψυχολογία. Οι πράξεις αποκτούν νόημα και παγιώνουν ταυτότητα μέσα σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Η θεωρία της αυτοαντίληψης (self-perception theory) του Bem υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι συμπεραίνουν την ταυτότητά τους παρατηρώντας τη δική τους συμπεριφορά, ειδικά όταν εσωτερικά σήματα είναι ασαφή [9]. Αν κάποιος συμμετάσχει εθελοντικά σε δράσεις αλληλεγγύης, θα αρχίσει να θεωρεί τον εαυτό του αλτρουιστή. Αν αλλάξει το λεξιλόγιό του από αρνητικό σε θετικό, θα αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του ως αισιόδοξο. Η αλλαγή της συμπεριφοράς δεν είναι υποκρισία — είναι αυτο-πείραμα. Αλλά απαιτεί θάρρος, γιατί η πρώτη φάση είναι πάντα άβολη: κάνεις κάτι που δεν αντιστοιχεί στην παλιά σου αυτοεικόνα. Η γνωστική ασυμφωνία (Festinger) είναι ακριβώς αυτή η ενόχληση [10]. Ωστόσο, η ασυμφωνία επιλύεται όχι επιστρέφοντας στην παλιά πράξη, αλλά υιοθετώντας νέα πεποίθηση: «αφού το κάνω, άρα έτσι είμαι».
Πρακτικά, η αλλαγή αυτή απαιτεί μικρά, σταθερά βήματα, όχι ηρωικές αποφάσεις μιας νύχτας. Ο Bj Fogg, ερευνητής στο Stanford, επινόησε το μοντέλο «μικρών συνηθειών» (tiny habits): η βιώσιμη αλλαγή του εαυτού ξεκινά από τόσο μικρές πράξεις ώστε να είναι αδύνατον να αποτύχουν [11]. Αν θέλεις να γίνεις άνθρωπος που γυμνάζεται, δεν ξεκινάς με μία ώρα στο γυμναστήριο· ξεκινάς βάζοντας τα αθλητικά παπούτσια κάθε πρωί. Η πράξη (βάζω παπούτσια) φαίνεται ασήμαντη, αλλά λειτουργεί ως οδηγός ταυτότητας. Σταδιακά, η μικρή πράξη επεκτείνεται, και η ταυτότητα μετασχηματίζεται χωρίς τραυματική αντίσταση. Αυτό το μοντέλο εξηγεί γιατί τα περισσότερα νέα χρόνια (new year resolutions) αποτυγχάνουν: στοχεύουν απευθείας στο «τι είσαι» (να γίνω πειθαρχημένος), χωρίς να αλλάξουν πρώτα το «τι κάνεις» τη Δευτέρα το πρωί.
Η ένσταση που συχνά προβάλλεται είναι ότι η αλλαγή συμπεριφοράς χωρίς εσωτερική βούληση είναι επιφανειακή, και ότι πρέπει πρώτα να αλλάξει η καρδιά ή το νου. Αυτή η ένσταση όμως παραβλέπει όσα αναφέρθηκαν: η νευροπλαστικότητα, η γνωστική ασυμφωνία και η αυτοαντίληψη λειτουργούν ακριβώς αντίστροφα. Οι πράξεις δημιουργούν τις προθέσεις. Δεν χρειάζεται πρώτα να αισθανθείς πειθαρχημένος για να πράξεις πειθαρχημένα — η πειθαρχημένη πράξη δημιουργεί το συναίσθημα της πειθαρχίας. Αυτό αποδεικνύεται και σε κλινικό επίπεδο: η συμπεριφορική ενεργοποίηση για κατάθλιψη (Behavioral Activation) διδάσκει στον ασθενή να κάνει πράγματα που δεν έχει διάθεση να κάνει. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η διάθεση ανεβαίνει όχι επειδή θεραπεύτηκε η σκέψη, αλλά επειδή οι νέες πράξεις δημιούργησαν νέο νευρωνικό περιβάλλον [12].
Η ερώτηση, ωστόσο, δεν είναι μόνο γνωστική ή τεχνική· είναι υπαρξιακή. «Είσαι έτοιμος να αλλάξεις αυτό που κάνεις;» ισοδυναμεί με το «είσαι έτοιμος να πεθάνεις λίγο για να γεννηθείς ξανά;». Ο Kierkegaard μιλούσε για το άλμα της πίστης, αλλά εδώ το άλμα είναι μικρό και καθημερινό [13]. Το τίμημα της μη αλλαγής είναι η στασιμότητα, η ψευδαίσθηση ότι η ταυτότητα είναι μοίρα. Κάθε εθισμός, κάθε δυσλειτουργική σχέση, κάθε επαγγελματική αδιέξοδη κατάσταση συντηρείται από την επιλογή να συνεχίσουμε να κάνουμε τα ίδια, επικαλούμενοι «αυτός είμαι εγώ». Η απάντηση, λοιπόν, είναι: δεν είσαι αυτός που νομίζεις ότι είσαι. Είσαι αυτό που κάνεις επανειλημμένα. Αλλάζοντας το «τι κάνω», αλλάζω το «τι είμαι» — όχι με μαγικό τρόπο, αλλά με την αργή, απόλυτα υλική διαδικασία της πλαστικότητας του εγκεφάλου, της συνήθειας που γίνεται χαρακτήρας, και της πράξης που γίνεται ταυτότητα.
Επομένως, η ετοιμότητα δεν είναι ένα συναίσθημα, αλλά μια απόφαση να ξεκινήσεις από το μόνο σημείο που έχεις πραγματικό έλεγχο: την επόμενη πράξη. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και αυτή ακριβώς η ταπεινή εκκίνηση είναι η μεγαλύτερη επανάσταση του εαυτού.
Βιβλιογραφία (στυλ Vancouver)
- Kandel ER. In search of memory: The emergence of a new science of mind. New York: W.W. Norton & Company; 2006.
- Doidge N. The brain that changes itself: Stories of personal triumph from the frontiers of brain science. New York: Viking; 2007.
- James W. The principles of psychology. New York: Henry Holt and Company; 1890.
- Duhigg C. The power of habit: Why we do what we do in life and business. New York: Random House; 2012.
- Beck JS. Cognitive behavior therapy: Basics and beyond. 3rd ed. New York: The Guilford Press; 2020.
- Hofmann SG, Heering S, Sawyer AT, Asnaani A. How to handle anxiety: The effects of reappraisal, acceptance, and suppression strategies on anxious arousal. Behav Res Ther. 2009;47(5):389-394.
- Αριστοτέλης. Ηθικά Νικομάχεια. Βιβλίο Β, 1103a-b. (Μετάφραση: Δ. Λυπουρλής). Θεσσαλονίκη: Ζήτρος; 2006.
- MacIntyre A. After virtue: A study in moral theory. 3rd ed. Notre Dame (IN): University of Notre Dame Press; 2007.
- Bem DJ. Self-perception theory. In: Berkowitz L, editor. Advances in experimental social psychology. 6. New York: Academic Press; 1972. p. 1-62.
- Festinger L. A theory of cognitive dissonance. Stanford (CA): Stanford University Press; 1957.
- Fogg BJ. Tiny habits: The small changes that change everything. Boston: Houghton Mifflin Harcourt; 2019.
- Martell CR, Dimidjian S, Herman-Dunn R. Behavioral activation for depression: A clinician’s guide. New York: The Guilford Press; 2010.
- Kierkegaard S. Fear and trembling. London: Penguin Classics; 1985 (original work published 1843).
Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.