Ο φτωχός, αν φθονεί τον πλούσιο, δεν είναι σε τίποτα καλύτερος από αυτόν
By Gelis

Ο φτωχός, αν φθονεί τον πλούσιο, δεν είναι σε τίποτα καλύτερος από αυτόν

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (MD, ORL, DDS, PhD)     

H φράση «Ο φτωχός, αν φθονεί τον πλούσιο, δεν είναι σε τίποτα καλύτερος από αυτόνιο» εγείρει ένα βαθύ ηθικό και κοινωνικό ζήτημα. Θίγει όχι μόνο την οικονομική ανισότητα, αλλά κυρίως τη στάση του ανθρώπου απέναντι στη ζωή, στην επιτυχία και στους άλλους ανθρώπους. Στον πυρήνα της βρίσκεται το ερώτημα: τι καθιστά έναν άνθρωπο «καλύτερο»; Τα χρήματά του ή ο χαρακτήρας του; Και ποιο ρόλο παίζει η ζήλεια σε αυτή την αξιολόγηση;

Η ζήλεια είναι ένα πανανθρώπινο συναίσθημα

Η ζήλεια είναι ένα πανανθρώπινο συναίσθημα που συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχαιότητα. Στη φιλοσοφία ορίζεται ως η δυσφορία που προκαλείται από την ευτυχία ή τα αγαθά του άλλου, συνοδευόμενη από την επιθυμία να τα αποκτήσουμε ή να τα στερηθεί ο άλλος [1]. Το συναίσθημα αυτό δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την οικονομική κατάσταση, αλλά από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους γύρω μας [2]. Έτσι, η φράση που εξετάζουμε δεν αφορά μόνο τη φτώχεια και τον πλούτο, αλλά την ηθική στάση απέναντι στην επιτυχία και στην αποτυχία.

Η φτώχεια ή ο πλούτος δεν καθορίζουν από μόνα τους την ηθική αξία του ανθρώπου

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η φτώχεια ή ο πλούτος δεν καθορίζουν από μόνα τους την ηθική αξία του ανθρώπου. Υπάρχουν πλούσιοι άνθρωποι που επιδεικνύουν αλαζονεία και απληστία, αλλά και φτωχοί που διακρίνονται για την αξιοπρέπεια και τη σεμνότητά τους. Όμως, όταν ο φτωχός επιλέγει να ζηλεύει τον πλούσιο, χάνει την ηθική του υπεροχή, διότι η ζήλεια τον καθιστά δέσμιο της ίδιας επιθυμίας που κινεί και τον πλούσιο: την επιθυμία για περισσότερα [2,3]. Αυτό  θυμίζει έντονα τη σκέψη αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και ηθικών στοχαστών. Συγκεκριμένα:

Ο Πλάτων στα έργα του, Νόμοι [4] και Πολιτεία[5], συχνά συζητά το θέμα των επιθυμιών και της αρετής, υποστηρίζοντας ότι η ζήλεια και η απληστία διαβρώνουν την ψυχή και την ηθική κατάσταση του ανθρώπου. Η ζήλεια θεωρείται ένα πάθος που εξισώνει τον φτωχό με τον πλούσιο σε μια μη αρετή και επιθυμία για περισσότερα αγαθά.

Ο Αριστοτέλης στα  Ηθικά Νικομάχεια[6], αναλύει την φθόνο (ζήλεια) και την πλησμονή (το να έχει κανείς υπερβολή από κάτι) ως πάθη που υποβιβάζουν τον άνθρωπο ηθικά. O φθόνος, λέει, είναι ένα πάθος που συνδέεται με την επιθυμία για όσα έχει ο άλλος, και αφαιρεί την αρετή, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του ατόμου.

Ο φτωχός που ζηλεύει δεν είναι απλώς «μη καλύτερος» – διαπράττει ηθικά εγκλήματα, γίνεται χειρότερος.

Η ζήλεια είναι ένα συναίσθημα που γεννιέται από τη σύγκριση. Όταν κάποιος αντιλαμβάνεται ότι ο άλλος διαθέτει ένα αγαθό που ο ίδιος στερείται, τότε νιώθει ότι η δική του αξία μειώνεται [1]. Έτσι, η ζήλεια δεν είναι απλώς επιθυμία για βελτίωση, αλλά κυρίως φόβος ότι «είμαι λιγότερος». Ο φτωχός που ζηλεύει τον πλούσιο λοιπόν, δεν αξιολογεί τη ζωή του με βάση τον εαυτό του, αλλά με βάση τη ζωή του άλλου. Αυτή η στάση τον καθιστά εσωτερικά φτωχό, ανεξάρτητα από τα υλικά του μέσα. Από αυτή την άποψη, η θέση του Νίκου Καζαντζάκη είναι διαφωτιστική. Στο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ο αφηγητής (ο ίδιος ο Καζαντζάκης) αρχικά δένεται από πνευματική και συναισθηματική σύγκριση, ενώ ο Ζορμπάς, ο φτωχός εργάτης, είναι ελεύθερος επειδή ζει χωρίς ζήλεια, αποδεχόμενος τη ζωή όπως έρχεται [7]. Για τον Καζαντζάκη, η πραγματική μάχη είναι η απελευθέρωση από τα πάθη, μεταξύ των οποίων και η ζήλεια [8]. Ο φτωχός που ζηλεύει παραμένει δέσμιος, σε κατώτερη πνευματική κατάσταση.

Άλλο είναι η ζήλεια κι΄άλλο είναι ο θαυμασαμός

Η ηθική φιλοσοφία διακρίνει ανάμεσα στη «ζήλεια» και στον «θαυμασμό». Ο ζηλόφθονος επιθυμεί να χάσει ο άλλος το αγαθό του, ενώ ο θαυμαστής προσπαθεί να το αποκτήσει και ο ίδιος με ηθικά μέσα [2,3]. Αν λοιπόν ο φτωχός εμπνέεται από τον πλούσιο και εργάζεται με τιμιότητα για να βελτιώσει τη ζωή του, τότε η στάση του είναι θετική και δημιουργική. Αν όμως τον ζηλεύει, εύχεται την αποτυχία του ή τον μισεί, τότε η φτώχεια του δεν τον κάνει καλύτερο· τον κάνει ισάξιο, αν όχι χειρότερο, ως προς την ηθική στάση [9].

Η κοινωνική ανισότητα ενισχύει βέβαια το αίσθημα της ζήλειας. Σε κοινωνίες όπου οι διαφορές πλούτου είναι τεράστιες και η άνοδος δύσκολη, η ζήλεια μετατρέπεται σε μνησικακία και κοινωνική εχθρότητα [10]. Ωστόσο, ακόμη και τότε, το συναίσθημα της ζήλειας βλάπτει πρώτα αυτόν που το νιώθει. Όπως υποστηρίζει η Protasi, «ο ζηλόφθονος δεν υποφέρει από τη φτώχεια του, αλλά από την επιτυχία του άλλου» [11]. Έτσι, ο φτωχός που ζηλεύει χάνει τη γαλήνη του και τη δυνατότητα να χαρεί τη ζωή του, ανεξάρτητα από το αν η κοινωνία είναι άδικη ή όχι.

Η  ζήλεια συνδέεται στενά με μειωμένη αυτοεκτίμηση

Από ψυχολογική σκοπιά, η ζήλεια συνδέεται στενά με την αυτοεκτίμηση. Ο άνθρωπος που έχει εσωτερική ασφάλεια δεν συγκρίνεται συνεχώς με τους άλλους· χαίρεται για την επιτυχία τους και δεν νιώθει απειλή. Αντίθετα, εκείνος που έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση βιώνει κάθε επιτυχία του άλλου ως προσωπική ήττα [12]. Επομένως, η ζήλεια είναι ένδειξη αδυναμίας, όχι δύναμης. Και η αδυναμία αυτή δεν εξαρτάται από το πορτοφόλι, αλλά από τον χαρακτήρα.

Στην εποχή μας, όπου η προβολή του πλούτου και της επιτυχίας είναι πανταχού παρούσα — ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης — η ζήλεια έχει γίνει πιο συχνή και πιο έντονη. Ο καθένας συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους, συχνά χωρίς επίγνωση ότι οι εικόνες που βλέπει δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα [13]. Έτσι, η φράση αποκτά σύγχρονη αξία: ο άνθρωπος που ζηλεύει, έστω και δικαιολογημένα, δεν είναι καλύτερος από εκείνον που καυχιέται για τον πλούτο του. Και οι δύο χάνουν την ηθική ισορροπία — ο ένας μέσα από την υπεροψία, ο άλλος μέσα από την πικρία[14].

Η λύση δεν βρίσκεται στην καταστολή του συναισθήματος, αλλά στην καλλιέργεια της αυτογνωσίας και της ευγνωμοσύνης. Ο άνθρωπος που μπορεί να αναγνωρίσει την αξία του ανεξάρτητα από τα αγαθά του άλλου, είναι πραγματικά ελεύθερος. Ο φτωχός που δεν ζηλεύει, αλλά προσπαθεί, έχει ηθική ανωτερότητα· όχι επειδή έχει λιγότερα, αλλά επειδή έχει μάθει να εκτιμά όσα έχει. Αντίθετα, ο ζηλόφθονος φτωχός παραμένει αιχμάλωτος της ίδιας υλικής λογικής που καθοδηγεί και τον πλούσιο [15].

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, η φράση «εάν ένας φτωχός ζηλεύει έναν πλούσιο, δεν είναι καλύτερος από τον πλούσιο» δεν καταδικάζει τη φτώχεια, αλλά τη ζήλεια. Η αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην περιουσία του, αλλά στη στάση του απέναντι στα συναισθήματά του και στους άλλους. Ο πλούτος και η φτώχεια είναι εξωτερικές καταστάσεις• η ζήλεια όμως είναι εσωτερική επιλογή. Ο φτωχός που ζηλεύει δεν ξεχωρίζει από τον πλούσιο, γιατί και οι δύο ορίζουν τον εαυτό τους με βάση τα υλικά αγαθά. Μόνο όποιος αποδεσμεύεται από τη σύγκριση και καλλιεργεί τη γαλήνη και την ευγνωμοσύνη μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά «καλύτερος».

Βιβλιογραφική τεκμηρίωση

  1. Schoeck H. Envy: A Theory of Social Behaviour. London: Faber & Faber; 1966.
  2. Smith R, Kim S. Comprehending envy. Psychological Bulletin. 2007;133(1):46–64.
  3. Kristjánsson K. Jealousy Revisited: Recent Philosophical Work on a Complex Emotion. Ethical Theory and Moral Practice. 2016;19(4):927–944.
  4. Πλάτων. Πολιτεία. Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος; (ISBN 978 960 352 092 4).
  5. Πλάτων. Νόμοι. Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος; ISBN 978 960 352 0580.
  6. Αριστοτέλης. Ηθικά Νικομάχεια. Αθήνα: Εκδόσεις Ζήτρος; 2006.
  7. Καζαντζάκης Ν. Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Αθήνα: Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη; 1946
  8. Καζαντζάκης Ν. Ασκητική – Η Σωτηρία των Πληγωμένων. Αθήνα: Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη; 1927.
  9. Ben Ze’ev A. Are envy, anger, and resentment moral emotions? Philosophical Explorations. 2002;5(2):148–154
  10. Schoeck H. Envy: A Theory of Social Behaviour. London: Faber & Faber; 1966.
  11. Protasi S. Envy and Inequality: A Marxist Buddhist Solution? Philosophical Studies (preprint).
  12. Smith HJ, Kim SH. Does insecurity lead to envy? The longitudinal interplay between dispositional envy and self esteem. Journal of Research in Personality. 2024;113:104543.
  13. Meier A, Johnson BK. Social comparison and envy on social media: A critical review. 2022
  14. Protasi S (ed.). The Moral Psychology of Envy. Lanham: Rowman & Littlefield; 2022.
  15. McCullough ME, Emmons RA, Tsang J A. The grateful disposition: a conceptual and empirical topography. Journal of Personality and Social Psychology. 2002;82(1):112–127.


Σημείωση: Το παρόν επιστημονικό άρθρο γράφτηκε για λόγους ενημέρωσης των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελεί  μέσο διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελεί ιατρική συμβουλή για ασθενείς, από τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς του άρθρου.

Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από  τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση,  παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας 


Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.

  • No Comments
  • 29 Νοεμβρίου, 2025