«ἐνέβης, ἔπλευσας, κατήχθης· ἔκβηθι» Το ταξίδι της ζωής και το νόημα του θανάτου: από τον Μάρκο Αυρήλιο στην ελληνορθόδοξη πίστη
By Gelis

«ἐνέβης, ἔπλευσας, κατήχθης· ἔκβηθι» Το ταξίδι της ζωής και το νόημα του θανάτου: από τον Μάρκο Αυρήλιο στην ελληνορθόδοξη πίστη

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Iατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός ερευνητής, Συγγραφέας,Δερβενακίων 46, Κόρινθος Τηλ.6944280764 e-mail:  pharmage2@gmail.com www.gelis.gr, www.pharmagel.gr

Η φράση του Μάρκου Αυρηλίου «ἐνέβης, ἔπλευσας, κατήχθης· ἔκβηθι» είναι μία από τις πιο λιτές αλλά και πιο πυκνές εικόνες της αρχαίας σκέψης για την ανθρώπινη ζωή [1]. Η σημασία της είναι: «Μπήκες στο πλοίο, ταξίδεψες, έφτασες στο λιμάνι· τώρα αποβιβάσου». Η φράση βρίσκεται στο Γ΄ βιβλίο των Εἰς ἑαυτόν, στην παράγραφο 3, και εντάσσεται στη συνεχή προσπάθεια του Μάρκου Αυρηλίου να υπενθυμίζει στον εαυτό του τη φθαρτότητα της επίγειας υπάρξεως και την ανάγκη να ζει σύμφωνα με τη φύση και το καθήκον [1,2].

Η μεταφορά είναι απλή: το πλοίο είναι η επίγεια πορεία, το ταξίδι είναι ο ανθρώπινος βίος και η αποβίβαση είναι ο θάνατος. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει πότε θα επιβιβαστεί στο πλοίο ούτε γνωρίζει από την αρχή πότε θα ολοκληρωθεί το ταξίδι. Μπορεί όμως να επιλέξει, σε μεγάλο βαθμό, πώς θα ταξιδέψει.

Το ίδιο το χωρίο του Μάρκου Αυρηλίου είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον από τη σύντομη φράση που έχει μείνει γνωστή. Αμέσως μετά το «ἔκβηθι», ο αυτοκράτορας εξετάζει δύο δυνατότητες: «εἰ μὲν ἐφ’ ἕτερον βίον», δηλαδή αν υπάρχει μετάβαση σε έναν άλλο βίο, ή «εἰ δὲ ἐν ἀναισθησίᾳ», αν ο θάνατος οδηγεί σε κατάσταση χωρίς αίσθηση. Έτσι, η στωική αντιμετώπιση του θανάτου δεν στηρίζεται σε μία απόλυτη βεβαιότητα για το τι υπάρχει μετά τον θάνατο, αλλά στην αποδοχή και των δύο ενδεχομένων [1].

Αυτή η ιδέα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν τη δούμε μέσα στη μακρά συνέχεια της ελληνικής σκέψης. Ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί έθεσαν με διαφορετικούς τρόπους το ερώτημα του θανάτου και της καλής ζωής. Αιώνες αργότερα, ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης και ο Σαράντος Καργάκος προσέγγισαν ξανά το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα από διαφορετικές οπτικές. Η ελληνορθόδοξη πίστη, τέλος, εισάγει μία ριζικά διαφορετική προοπτική: ο θάνατος είναι πραγματικός, αλλά δεν είναι ο τελευταίος λόγος για τον άνθρωπο.

Ο Σωκράτης: Δεν γνωρίζουμε ότι ο θάνατος είναι κακός

Ο Σωκράτης, όπως παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα στην Απολογία, αντιμετωπίζει τον επικείμενο θάνατό του χωρίς τον συνήθη ανθρώπινο πανικό. Δεν υποστηρίζει ότι γνωρίζει τι ακριβώς είναι ο θάνατος. Αντίθετα, θεωρεί παράλογο να φοβάται κανείς κάτι που δεν γνωρίζει και να το θεωρεί εκ των προτέρων το μεγαλύτερο κακό [3].

Μετά την καταδίκη του, ο Σωκράτης εξετάζει δύο δυνατότητες: είτε ο θάνατος είναι μία κατάσταση χωρίς αισθήσεις, σαν βαθύς και ατάραχος ύπνος, είτε αποτελεί «μεταβολή» και μετάβαση της ψυχής σε άλλον τόπο [3].

Η σκέψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Σωκράτης δεν λέει ότι ο θάνατος είναι οπωσδήποτε καλός. Λέει ότι δεν έχουμε τη γνώση που θα μας επέτρεπε να τον θεωρούμε οπωσδήποτε κακό.

Γι’ αυτό και το σημαντικότερο για τον άνθρωπο δεν είναι η απλή διατήρηση της ζωής, αλλά η διατήρηση της ηθικής του ακεραιότητας. Στην Απολογία, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι ο καλός άνθρωπος δεν μπορεί να υποστεί πραγματική βλάβη από τον θάνατο, ενώ θεωρεί αδιανόητο να εγκαταλείψει τη φιλοσοφική αναζήτηση και την εξέταση του εαυτού του [3].

Έτσι, η σωκρατική σκέψη μας οδηγεί σε μία πρώτη θεμελιώδη αρχή:

Δεν έχει σημασία μόνο πόσο ζούμε, αλλά και πώς ζούμε.

Ο Πλάτων: Ο θάνατος ως μετάβαση

Στον Φαίδωνα, ο Πλάτων προχωρεί πέρα από τη σωκρατική επιφύλαξη και εξετάζει συστηματικά την τύχη της ψυχής μετά τον θάνατο [4].

Ο θάνατος παρουσιάζεται ως χωρισμός της ψυχής από το σώμα και η φιλοσοφική ζωή ως προετοιμασία για αυτή τη μετάβαση. Ο φιλόσοφος καλείται να στραφεί από τα εφήμερα προς την αλήθεια και να μην ταυτίζει ολόκληρη την ύπαρξή του με το σώμα και τις αισθήσεις [4].

Εδώ όμως χρειάζεται μία σημαντική διάκριση. Η πλατωνική αντίληψη περί αθανασίας της ψυχής δεν ταυτίζεται με τη χριστιανική πίστη στην Ανάσταση. Ο Πλάτων ενδιαφέρεται κυρίως για την αθανασία και την τύχη της ψυχής. Η χριστιανική πίστη, αντίθετα, προσδοκά την ανάσταση του ανθρώπου, δηλαδή τη νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Η ομοιότητα βρίσκεται στο ότι και οι δύο αντιλήψεις αρνούνται πως η ανθρώπινη ύπαρξη εξαντλείται στο βιολογικό της τέλος. Η διαφορά βρίσκεται στο τι ακριβώς νοείται ως συνέχεια της υπάρξεως.

Ο Αριστοτέλης: Η ολοκλήρωση της ζωής

Ο Αριστοτέλης μεταφέρει το κέντρο βάρους από το ερώτημα «τι συμβαίνει μετά τον θάνατο;» στο ερώτημα «τι σημαίνει να ζει κανείς καλά;».

Στα Ηθικά Νικομάχεια, η ευδαιμονία δεν είναι μία πρόσκαιρη ευχαρίστηση αλλά η πραγμάτωση της ανθρώπινης ζωής σύμφωνα με την αρετή [5]. Η καλή ζωή είναι δραστηριότητα, επιλογή, χαρακτήρας και άσκηση των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Ο Αριστοτέλης θεωρεί τον θάνατο το φοβερότερο από τα πράγματα που φοβόμαστε, επειδή αποτελεί το τέλος της ζωής. Ταυτόχρονα, όμως, διευκρινίζει ότι η ανδρεία δεν συνίσταται σε μία γενική αδιαφορία για τον θάνατο. Ο πραγματικά ανδρείος άνθρωπος αντιμετωπίζει με γενναιότητα εκείνους τους κινδύνους στους οποίους η αντιμετώπιση του θανάτου συνδέεται με κάτι υψηλό και αξιόλογο [5].

Η αριστοτελική σκέψη προσθέτει έτσι μία κρίσιμη διάσταση:

Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι απλώς χρονική διάρκεια· είναι έργο που πρέπει να πραγματοποιηθεί.

Οι Στωικοί: Αποδοχή αυτού που δεν εξαρτάται από εμάς

Οι Στωικοί θα κάνουν ακόμη πιο σαφή τη διάκριση ανάμεσα σε όσα εξαρτώνται από τον άνθρωπο και σε όσα δεν εξαρτώνται από αυτόν [6].

Δεν επιλέγουμε τη γέννησή μας. Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τη γήρανση. Δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι θα αποφύγουμε για πάντα την ασθένεια ή τον θάνατο. Αυτό που βρίσκεται περισσότερο στη σφαίρα της δικής μας ευθύνης είναι η κρίση και η στάση μας απέναντι σε αυτά τα γεγονότα.

Αυτό ακριβώς εκφράζει ο Μάρκος Αυρήλιος με την εικόνα του πλοίου:

«ἐνέβης, ἔπλευσας, κατήχθης· ἔκβηθι.» [1]

Δεν λέει: «Η ζωή δεν έχει αξία επειδή τελειώνει».

Λέει, ουσιαστικά: «Μην απαιτείς από τη φύση να σου προσφέρει κάτι που δεν μπορεί να σου προσφέρει: αιώνια παραμονή πάνω στο πλοίο.»

Η στωική στάση δεν είναι απαραίτητα απαισιοδοξία. Είναι προσπάθεια να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τον φόβο ενός γεγονότος που δεν μπορεί τελικά να αποτρέψει.

Αξίζει μάλιστα να παρατηρήσουμε ότι ο ίδιος ο Μάρκος Αυρήλιος δεν αποκλείει στο χωρίο του την πιθανότητα «ἑτέρου βίου». Αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας άλλης μορφής υπάρξεως μετά τον θάνατο, χωρίς όμως να οικοδομεί πάνω σε αυτό μία βεβαιότητα. Η στωική του στάση στηρίζεται πρωτίστως στην αποδοχή της φυσικής τάξης και όχι στην προσδοκία της χριστιανικής Αναστάσεως [1].

Καβάφης: Το νόημα βρίσκεται και στη διαδρομή

Περίπου δύο χιλιετίες μετά τον Μάρκο Αυρήλιο, ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης χρησιμοποιεί στην Ιθάκη μία παρόμοια εικόνα του ταξιδιού [7,8].

«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις» [8].

Εδώ το κέντρο βάρους μετακινείται. Ο Καβάφης δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποβίβαση, αλλά για όσα αποκτά ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Η Ιθάκη είναι ο προορισμός, αλλά η αξία της βρίσκεται στο ότι δίνει την αφορμή για το ταξίδι. Ο ταξιδιώτης αποκτά εμπειρίες, γνώσεις, εικόνες και ωριμότητα [8]. Η Ιθάκη, όταν τελικά φτάσει, μπορεί να είναι φτωχή σε υλικά αγαθά, αλλά ο ταξιδιώτης έχει γίνει πλούσιος από όσα απέκτησε στον δρόμο. Έτσι, ο Καβάφης συμπληρώνει τον Μάρκο Αυρήλιο.

Ο Μάρκος Αυρήλιος μας θυμίζει ότι κάποτε θα πρέπει να αποβιβαστούμε. Ο Καβάφης μας θυμίζει ότι μέχρι τότε πρέπει να έχουμε ζήσει το ταξίδι.

Υπάρχει και μία ακόμη βαθύτερη διάσταση στην Ιθάκη.

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.»

Οι Λαιστρυγόνες, οι Κύκλωπες και ο Ποσειδώνας δεν βρίσκονται μόνο έξω από τον άνθρωπο. Ο Καβάφης γράφει ότι δεν θα τους συναντήσει, «αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου» [8]. Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι της ζωής μπορεί επομένως να μην είναι μόνο οι εξωτερικές δυσκολίες αλλά και εκείνοι που δημιουργούνται μέσα μας: ο φόβος, η απληστία, η ματαιοδοξία, η πικρία και η αδυναμία να δώσουμε νόημα στη ζωή.

Καζαντζάκης: Η θνητότητα ως αφορμή για αγώνα

Στον Νίκο Καζαντζάκη η ανθρώπινη θνητότητα αποκτά περισσότερο δραματικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς επιβάτης που περιμένει να φτάσει το πλοίο στο λιμάνι. Είναι ένα ον που αγωνίζεται, δημιουργεί και προσπαθεί να υπερβεί τα όριά του [9].

Στην Ασκητική, η ζωή παρουσιάζεται ως άσκηση και αγώνας για πνευματική μεταμόρφωση [9]. Η επίγνωση της θνητότητας δεν οδηγεί στην παθητικότητα. Αντίθετα, κάνει περισσότερο επιτακτική την ανάγκη να δημιουργήσει ο άνθρωπος όσο βρίσκεται ακόμη πάνω στο πλοίο.

Έτσι, ο Καζαντζάκης διαφοροποιείται από τον αυστηρό στωικό τόνο. Ο Στωικός λέει: Αποδέξου ό,τι δεν μπορείς να αλλάξεις. Ο Καζαντζάκης προσθέτει: Αγωνίσου για όσα μπορείς να μεταμορφώσεις. Οι δύο στάσεις δεν είναι αναγκαστικά αντίθετες. Η πρώτη αφορά τα όρια της ανθρώπινης δύναμης· η δεύτερη αφορά τη δημιουργική αξιοποίηση της δύναμης που διαθέτουμε.

Παπαδιαμάντης: Η ζωή και ο θάνατος ενώπιον του Θεού

Στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη το ζήτημα της ζωής και του θανάτου τοποθετείται μέσα στην ορθόδοξη πνευματική παράδοση.

Ο άνθρωπος στον Παπαδιαμάντη είναι ένα πρόσωπο που ζει μέσα στην αδυναμία, στον πόνο, στη φτώχεια, στην αμαρτία, στη μετάνοια, στην αγάπη και στην απώλεια. Ο θάνατος δεν είναι απλώς βιολογικό γεγονός αλλά γεγονός που αποκτά νόημα μέσα στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό [10].

Γι’ αυτό στον Παπαδιαμάντη συνυπάρχουν το πένθος και η ελπίδα. Η ανθρώπινη ζωή είναι εύθραυστη, αλλά δεν εξαντλείται στην επίγεια πραγματικότητα. Εδώ αρχίζει να διαμορφώνεται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη στωική και στη χριστιανική αντίληψη του θανάτου.

Ο Στωικός προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι το ταξίδι θα τελειώσει. Ο Χριστιανός αναγνωρίζει το τέλος, αλλά προσδοκά ότι ο θάνατος δεν θα είναι η τελική κατάσταση του ανθρώπου.

Σαράντος Καργάκος: Η σύντομη ζωή και η αιωνιότητα

Ο Σαράντος Καργάκος δεν διατύπωσε μία συστηματική φιλοσοφία του θανάτου αντίστοιχη με εκείνη ενός αρχαίου φιλοσόφου. Ωστόσο, στα δοκίμια και στα αποφθεγματικά κείμενά του επανέρχεται συχνά στη μικρότητα της ανθρώπινης διάρκειας, στην αξία της προσφοράς, στο ιδανικό και στην αιωνιότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση που διατυπώνεται στη συλλογή των «Ρητών» του, σύμφωνα με την οποία η ζωή αποκτά νόημα όταν δεν περιορίζεται στην απλή βίωσή της αλλά διατίθεται «για ένα σκοπό, για ένα ευγενικό ιδανικό» [11]. Αυτή η σκέψη βρίσκεται πολύ κοντά στην ουσία της προηγούμενης συζήτησης. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει το μήκος ολόκληρου του ταξιδιού. Μπορεί όμως να αποφασίσει τι θα κάνει κατά τη διάρκειά του.

Για τον Καργάκο, η αξία της ζωής συνδέεται με την ποιότητα, την προσφορά και το ιδανικό. Ακόμη και η θνητότητα μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό νόημα όταν η ζωή έχει υπηρετήσει κάτι μεγαλύτερο από το ατομικό συμφέρον [11].

Η σκέψη του συμπυκνώνεται σε μία ιδιαίτερα χαρακτηριστική διατύπωση: «Η ζωή έχει νόημα όχι όταν απλώς τη ζεις, αλλ’ όταν ξέρεις να τη ζεις καλά. Και τη ζεις καλά, όταν τη διαθέτεις για ένα σκοπό, για ένα ευγενικό ιδανικό.» [11]. Έτσι, ο Καργάκος συναντά τον Καβάφη σε ένα κρίσιμο σημείο: Η αξία της ζωής βρίσκεται όχι μόνο στο ότι φτάνουμε στον προορισμό, αλλά και σε όσα αποκτήσαμε και προσφέραμε κατά τη διαδρομή.

Η ελληνορθόδοξη πίστη: Ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο

Η ελληνορθόδοξη πίστη εισάγει εδώ μία διαφορετική και βαθύτερη προοπτική. Ο Χριστιανισμός δεν αρνείται τον θάνατο. Δεν τον παρουσιάζει ως ψευδαίσθηση, ούτε καλεί τον άνθρωπο να προσποιηθεί ότι δεν υπάρχει. Αντίθετα, ο θάνατος αποτελεί μία από τις βαθύτερες τραγωδίες της ανθρώπινης κατάστασης. Όμως η χριστιανική πίστη δεν δέχεται ότι ο θάνατος είναι ο τελικός νικητής.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», δηλαδή: «Ο τελευταίος εχθρός που καταργείται είναι ο θάνατος» [12].

Και το Σύμβολο της Πίστεως καταλήγει: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» [13].

Εδώ βρίσκεται η ριζική διαφορά από τη στωική αντίληψη. Ο Στωικός λέει: Ο θάνατος είναι μέρος της φυσικής τάξης· αποδέξου τον.

Η Ορθόδοξη πίστη λέει: Ο θάνατος υπάρχει, αλλά δεν είναι ο τελευταίος λόγος. Η χριστιανική ελπίδα δεν είναι απλώς η πεποίθηση ότι «κάτι» από τον άνθρωπο θα συνεχίσει να υπάρχει. Είναι η προσδοκία της Ανάστασης των νεκρών. Γι’ αυτό η ορθόδοξη στάση απέναντι στον θάνατο περιλαμβάνει ταυτόχρονα δύο στοιχεία που μπορεί αρχικά να φαίνονται αντίθετα: το πένθος για τον πραγματικό αποχωρισμό και την ελπίδα της Αναστάσεως.

Βίος και ζωή: η διάκριση ανάμεσα στο πεπερασμένο και το ατελεύτητο

Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει μία ακόμη βαθύτερη διάκριση, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζουμε το νόημα του θανάτου: άλλο είναι ο βίος και άλλο η ζωή.

Ο βίος είναι η επίγεια ανθρώπινη πορεία. Έχει αρχή και τέλος. Αρχίζει με τη γέννηση και ολοκληρώνεται με τον βιολογικό θάνατο. Είναι ο χρόνος μέσα στον οποίο ο άνθρωπος ταξιδεύει, δημιουργεί, αγαπά, υποφέρει, μαθαίνει και προσφέρει. Με αυτή την έννοια, ο βίος μοιάζει πράγματι με το ταξίδι του πλοίου στον Μάρκο Αυρήλιο: υπάρχει επιβίβαση, διαδρομή και κάποια στιγμή αποβίβαση.

Η ζωή, όμως, μπορεί να νοηθεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο όχι απλώς ως η βιολογική διάρκεια της υπάρξεως, αλλά ως μία πραγματικότητα που υπερβαίνει τον βιολογικό χρόνο. Στην ελληνική και ιδιαίτερα στη χριστιανική σκέψη, η έννοια της ζωής μπορεί να αποκτήσει το περιεχόμενο της αιωνίου ζωής, δηλαδή μιας ζωής που δεν περιορίζεται από τα όρια της βιολογικής υπάρξεως.

Η διάκριση αυτή βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα και το χριστιανικό μήνυμα της Αναστάσεως. Ο Χριστιανισμός δεν υπόσχεται απλώς μία ατέρμονη παράταση του βιολογικού βίου. Η αιώνια ζωή δεν είναι ένας βίος που συνεχίζεται επ’ άπειρον με τους ίδιους βιολογικούς όρους. Είναι μία διαφορετική κατάσταση υπάρξεως, η οποία συνδέεται με την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό και με την Ανάσταση.

Έτσι, θα μπορούσαμε σχηματικά να πούμε:

Ο βίος έχει αρχή και τέλος.
Η ζωή, στην πληρότητα της χριστιανικής της σημασίας, δεν τελειώνει.

Η διάκριση αυτή βρίσκει έναν ενδιαφέροντα, αν και διαφορετικό, παραλληλισμό στη σκέψη του Joseph Murphy. Στο The Power of Your Subconscious Mind, και ειδικότερα στο κεφάλαιο «How to Stay Young in Spirit Forever», ο Murphy υποστηρίζει ότι η ζωή έχει πνευματική και αιώνια διάσταση. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «Man’s life is spiritual and eternal» και περιγράφει τη ζωή ως «self-renewing, eternal, indestructible» [14]. Στην ίδια ενότητα αντιμετωπίζει τον γήρας όχι ως απλή καταστροφή αλλά ως μεταβολή και θεωρεί ότι η ανθρώπινη ύπαρξη διαθέτει διάσταση που υπερβαίνει τις σωματικές της δυνάμεις [14].

Η θέση αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον ως νεότερη πνευματική προσέγγιση της ανθρώπινης υπάρξεως, δεν πρέπει όμως να ταυτιστεί με την ορθόδοξη διδασκαλία περί Αναστάσεως και αιωνίου ζωής. Ο Murphy διατυπώνει τη δική του πνευματική και μεταφυσική αντίληψη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αντίθετα, θεμελιώνει την αιώνια ζωή στο πρόσωπο του Χριστού, στην Ανάσταση και στην κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Επομένως, ο Murphy μπορεί να λειτουργήσει στο άρθρο ως παράλληλη νεότερη φωνή, όχι ως θεολογική πηγή της Ορθοδοξίας.

Έτσι, η λέξη «ζωή» αποκτά ένα βάθος που η λέξη «βίος» δεν έχει πάντοτε. Ο βίος είναι το χρονικό διάστημα της επίγειας πορείας. Η ζωή, στην έσχατη χριστιανική της σημασία, είναι η συμμετοχή στην αιωνιότητα. Από αυτή την άποψη, η φράση του Μάρκου Αυρηλίου «ἔκβηθι» αποκτά ένα νέο νόημα. Αφορά πρωτίστως τον βίο: κάποια στιγμή ο άνθρωπος αποβιβάζεται από το πλοίο της επίγειας υπάρξεως. Η χριστιανική πίστη, όμως, προσθέτει κάτι που ο Στωικισμός δεν μπορεί να προσφέρει: η αποβίβαση από τον επίγειο βίο δεν σημαίνει το τέλος της ζωής.

Και εδώ αποκτά το πλήρες νόημά της η φράση του Αποστόλου Παύλου: «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος».

Ο θάνατος μπορεί να είναι το τέλος του βίου, αλλά, σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη, δεν είναι το τέλος της ζωής. Αυτή ίσως είναι και η βαθύτερη μεταμόρφωση της αρχικής εικόνας του ταξιδιού. Για τον Μάρκο Αυρήλιο υπάρχει το πλοίο, το ταξίδι και η αποβίβαση. Για τον Καβάφη υπάρχει η Ιθάκη και η αξία της διαδρομής. Για την Ορθόδοξη πίστη, όμως, το ταξίδι δεν καταλήγει σε ένα λιμάνι που σημαίνει οριστικό τέλος, αλλά στην προσδοκία μιας ζωής που δεν τελειώνει.

Ο βίος είναι πεπερασμένος.
Η ζωή είναι ατελεύτητη.
Και η Ανάσταση είναι η χριστιανική απάντηση στο χάσμα ανάμεσα στα δύο.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η σκέψη για την ιατρική;

Το θέμα δεν είναι ξένο προς την ιατρική. Αντίθετα, βρίσκεται στην καρδιά της. Η σύγχρονη ιατρική έχει επιτύχει τεράστια πρόοδο στην πρόληψη της νόσου, στη θεραπεία, στην παράταση της ζωής και στη διατήρηση της λειτουργικότητας. Η ιατρική προσπαθεί δικαιολογημένα να προσθέσει χρόνια στη ζωή και, ακόμη περισσότερο, ζωή στα χρόνια.

Υπάρχει όμως ένα όριο που καμία ιατρική πρόοδος δεν έχει καταργήσει: ο άνθρωπος παραμένει θνητός. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προσπάθεια της ιατρικής να παρατείνει τη ζωή είναι μάταιη. Το αντίθετο. Η πρόληψη της πρόωρης θνητότητας, η αντιμετώπιση των χρόνιων νοσημάτων, η ανακούφιση του πόνου και η διατήρηση της ανεξαρτησίας και της ποιότητας ζωής αποτελούν θεμελιώδεις στόχους της ιατρικής. Σημαίνει όμως ότι η ιατρική δεν μπορεί να απαντήσει μόνη της σε όλα τα ερωτήματα που γεννά η ανθρώπινη θνητότητα. Μπορεί να απαντήσει στο:

Πώς θα ζήσουμε περισσότερα και καλύτερα χρόνια;

Δεν μπορεί από μόνη της να απαντήσει οριστικά στο: Τι σημαίνει ότι κάποτε θα πεθάνουμε;

Το δεύτερο είναι ταυτόχρονα φιλοσοφικό, υπαρξιακό και, για τον άνθρωπο της πίστης, θεολογικό ερώτημα. Η ιατρική μπορεί να παρατείνει τον βίο. Δεν μπορεί να μετατρέψει τον βίο σε αθανασία. Η συζήτηση για την αιώνια ζωή ανήκει σε διαφορετικό επίπεδο: στο φιλοσοφικό, υπαρξιακό και θεολογικό επίπεδο.

Το πλοίο, η Ιθάκη και η Ανάσταση

Αν τοποθετήσουμε δίπλα-δίπλα όλες αυτές τις αντιλήψεις, προκύπτει μία εντυπωσιακή συνέχεια.

Ο Σωκράτης μας διδάσκει να μη φοβόμαστε αυτό που δεν γνωρίζουμε και να προτιμούμε την ηθική ακεραιότητα από μία ζωή χωρίς αρετή [3].

Ο Πλάτων βλέπει την ανθρώπινη ύπαρξη πέρα από το βιολογικό σώμα και εξετάζει την αθανασία της ψυχής [4].

Ο Αριστοτέλης μας καλεί να πραγματοποιήσουμε μια ολοκληρωμένη ζωή σύμφωνα με την αρετή [5].

Οι Στωικοί μας μαθαίνουν να αποδεχόμαστε όσα δεν εξαρτώνται από εμάς [6].

Ο Μάρκος Αυρήλιος μας υπενθυμίζει: «ἐνέβης, ἔπλευσας, κατήχθης· ἔκβηθι.» [1]

Ο Καζαντζάκης μετατρέπει τη θνητότητα σε αφορμή για αγώνα και δημιουργία [9].

Ο Καβάφης μας υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει να περιμένουμε μόνο την άφιξη στην Ιθάκη, αλλά να αξιοποιήσουμε τη διαδρομή [7,8].

Ο Παπαδιαμάντης τοποθετεί το ταξίδι της ζωής μέσα στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό [10].

Ο Σαράντος Καργάκος υπογραμμίζει ότι η ανθρώπινη ζωή αποκτά αξία όταν χρησιμοποιείται για έναν σκοπό και ένα ευγενικό ιδανικό [11].

Ο Joseph Murphy, από μία διαφορετική νεότερη πνευματική οπτική, υποστηρίζει ότι η ζωή έχει πνευματική και αιώνια διάσταση και δεν εξαντλείται στη βιολογική της πραγματικότητα [14].

Και η ελληνορθόδοξη πίστη προσθέτει την πιο ριζική απάντηση: O θάνατος δεν είναι ο τελικός προορισμός, γιατί η τελευταία λέξη ανήκει στην Ανάσταση [12,13].

Δεν αποφασίζουμε πάντοτε πόσο θα διαρκέσει το ταξίδι

Ίσως τελικά η φράση του Μάρκου Αυρηλίου μπορεί να διαβαστεί όχι ως μία απαισιόδοξη σκέψη για τον θάνατο, αλλά ως μία πρόσκληση να κατανοήσουμε καλύτερα τη ζωή.

Ενέβης. Γεννήθηκες χωρίς να το επιλέξεις.

Έπλευσας. Έζησες μέσα σε χαρές, απώλειες, επιτυχίες, αποτυχίες, ασθένειες, σχέσεις, αγάπες και δοκιμασίες.

Κατήχθης. Κάποτε το επίγειο ταξίδι ολοκληρώνεται.

Έκβηθι. Η στιγμή της αποβίβασης δεν βρίσκεται τελικά υπό τον πλήρη έλεγχό μας.

Αυτό που βρίσκεται περισσότερο μέσα στη δική μας ευθύνη είναι ο τρόπος με τον οποίο ταξιδεύουμε.

Ο Καβάφης μας καλεί να κάνουμε τον δρόμο μακρύ σε εμπειρίες και γνώση [8]. Ο Καργάκος μας υπενθυμίζει να δώσουμε στη ζωή σκοπό και ιδανικό [11]. Η ιατρική προσπαθεί να μας βοηθήσει να διατηρήσουμε την υγεία, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα της ζωής μας. Και η Ορθόδοξη πίστη, πέρα από όλα αυτά, προσφέρει στον άνθρωπο την ελπίδα ότι το λιμάνι δεν είναι το τέλος της υπάρξεως.

Ίσως λοιπόν το βαθύτερο μήνυμα να είναι απλό: Δεν αποφασίζουμε πάντοτε πόσο θα διαρκέσει το ταξίδι. Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε πώς θα ταξιδέψουμε.

Και όταν κάποτε έρθει η ώρα της αποβίβασης, η αξία της ζωής μας δεν θα βρίσκεται μόνο στον αριθμό των ετών που ζήσαμε, αλλά και σε όσα μάθαμε, σε όσους αγαπήσαμε, σε όσους βοηθήσαμε, σε όσα δημιουργήσαμε και, τελικά, στο νόημα που δώσαμε στον χρόνο που μας προσφέρθηκε.

Για τον Στωικό, το μάθημα είναι: Να αποδεχθείς το τέλος.

Για τον Καβάφη:Να ζήσεις το ταξίδι.

Για τον Καργάκο:Να κάνεις τη ζωή σου προσφορά και ιδανικό.

Για την ιατρική:Να προσθέσεις ζωή στα χρόνια και χρόνια στη ζωή, όσο αυτό είναι δυνατό.

Και για την Ορθόδοξη πίστη:Να προσδοκάς ότι ο θάνατος δεν θα έχει τον τελευταίο λόγο.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη διάκριση ολόκληρου του συλλογισμού:

Ο βίος έχει αρχή και τέλος. Η ζωή, στην αιώνια και χριστιανική της σημασία, δεν τελειώνει.

Ο άνθρωπος γεννιέται και κάποτε πεθαίνει. Αυτό είναι το πεπερασμένο γεγονός του βίου. Η πίστη, όμως, προσθέτει ότι ο θάνατος δεν αποτελεί την οριστική ακύρωση της υπάρξεως. Η Ανάσταση μετατρέπει το τέλος του βίου από οριστικό μηδενισμό σε πέρασμα προς την προσδοκώμενη «ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

Έτσι, ανάμεσα στο αρχαίο «ἔκβηθι», στην καβαφική Ιθάκη, στο καργακικό «ευγενικό ιδανικό», στη νεότερη πνευματική αντίληψη του Murphy για την ατελεύτητη ζωή και στο ορθόδοξο «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», διαγράφεται μία μεγάλη ελληνική και χριστιανική συζήτηση για το ίδιο διαχρονικό ερώτημα:

Πώς πρέπει να ζήσει ο άνθρωπος γνωρίζοντας ότι ο βίος του είναι θνητός, αλλά προσδοκώντας ότι η ζωή δεν τελειώνει;

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο αποκτά διπλή λειτουργία: παραμένει ένα αυτοτελές φιλοσοφικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε εκπαιδευτικό υλικό για την προετοιμασία των υποψηφίων.

Το κρίσιμο σημείο είναι να μη δημιουργηθεί μια συλλογή από έτοιμες παραγράφους προς αποστήθιση. Οι παράγραφοι πρέπει να λειτουργούν ως υποδείγματα επιχειρηματολογίας, από τα οποία ο μαθητής θα μαθαίνει να αντλεί ιδέες, να οργανώνει τη σκέψη του και να προσαρμόζει τα επιχειρήματά του στο πραγματικό ζητούμενο κάθε έκθεσης.

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση

  1. Μάρκος Αυρήλιος. Τα εις εαυτόν. Μετάφραση: Βασιλική Αναγνωστοπούλου. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζήτρος· 2024.
  2. Αντό Π. Το εσωτερικό φρούριο: Εισαγωγή στα «Εις εαυτόν» του Μάρκου Αυρηλίου. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός· 1992.
  3. Πλάτων. Απολογία Σωκράτους – Κρίτων. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Αθανάσιος Σαμαράς. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζήτρος· 2003.
  4. Πλάτων. Φαίδων. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Ιωάννης Πετράκης. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας· 2014.
  5. Αριστοτέλης. Ηθικά Νικομάχεια. Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτριος Δ. Λυπουρλής. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ζήτρος· 2006. 2 τόμοι.
  6. Επίκτητος. Εγχειρίδιον. Μετάφραση: Ρ. Χαρτ. Αθήνα: Εκδόσεις Ενάλιος.
  7. Καβάφης ΚΠ. Ποιήματα (1896–1933). Φιλολογική επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης. Αθήνα: Ίκαρος· 1963.
  8. Καβάφης ΚΠ. Ποιήματα. Αθήνα: Ίκαρος.
  9. Καζαντζάκης Ν. Ασκητική: Salvatores Dei. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη. Πρώτη έκδοση 1927.
  10. Παπαδιαμάντης Α. Άπαντα. Κριτική έκδοση: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Αθήνα: Δόμος· 1981–1984.
  11. Καργάκος ΣΙ. Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα: 1.300 + 1 ρητά, γνωμικά, σοφά και πολύτιμα λόγια. Αθήνα: Εκδόσεις Σαράντου Καργάκου.
  12. Καινή Διαθήκη. Α΄ Κορινθίους 15:26.
  13. Σύμβολον της Πίστεως. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
  14. Murphy J. Η δύναμη του υποσυνείδητου. Μετάφραση: Νοέλα Ελιασά. Αθήνα: Εκδόσεις Διόπτρα; 2023. 400 p..

  • No Comments
  • 16 Σεπτεμβρίου, 2026